ψηφιακός

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]

πτώση ενικός
ονομαστική ψηφιακός ψηφιακή ψηφιακό
γενική ψηφιακού ψηφιακής ψηφιακού
αιτιατική ψηφιακό ψηφιακή ψηφιακό
κλητική ψηφιακέ ψηφιακή ψηφιακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψηφιακοί ψηφιακές ψηφιακά
γενική ψηφιακών ψηφιακών ψηφιακών
αιτιατική ψηφιακούς ψηφιακές ψηφιακά
κλητική ψηφιακοί ψηφιακές ψηφιακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

ψηφιακός < ψηφίο + -ακός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική digital)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[edit]

ΔΦΑ : /psi.fi.a.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /psi.fi.a.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /psi.fi.a.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[edit]

ψηφιακός, -ή, -ό

  1. (τεχνολογία) που καταχωρεί ή επεξεργάζεται ή μεταφέρει δεδομένα με αριθμητικά ψηφία ή ειδικά σήματα
  2. που εμφανίζει πληροφορίες με ψηφία (αριθμούς ή γράμματα} πάνω σε ειδική πλάκα

Συγγενικές λέξεις[edit]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[edit]