load

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
load loads

load (en)

(πληροφορική) φόρτωμα, η διαδικασία της φόρτωσης (loading), πχ. δεδομένων στην μνήμη

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας load
γ΄ ενικό ενεστώτα loads
αόριστος loaded
παθητική μετοχή loaded
ενεργητική μετοχή loading

load (en)

  1. φορτώνω
  2. (πληροφορική) φορτώνω [1], πχ. δεδομένα στην μνήμη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]