τονίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τονίζω < ελληνιστική κοινή τονίζω < αρχαία ελληνική τόνος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /tɔ.ˈni.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

τονίζω

  1. (γλωσσολογία) βάζω τον τόνο σε μια λέξη
  2. προφέρω μια λέξη ή μια συλλαβή με ιδιαίτερη ένταση
  3. λέω κάτι με έμφαση, υπογραμμίζω
    ο ομιλητής τόνισε την ανάγκη να ληφθούν πρόσθετα μέτρα
    σας τονίζω ότι η συμπεριφορά σας δεν είναι πρέπουσα
  4. κάνω κάτι να φαίνεται ή να ξεχωρίζει καλύτερα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]