Μετάβαση στο περιεχόμενο

μελοποιώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μελοποιώ < μέλος (λυρικό άσμα, μελωδία) + ποιώ (φτιάχνω, κάνω)

μελοποιώ

  • μετατρέπω ένα κείμενο σε τραγούδι προσθέτοντας τη μουσική στους στίχους
      Από το 1967 ως το 1973, συνήθης κατάληξη των ποιητών και των χαροκόπων ήταν η συσπείρωση γύρω από μουσικά όργανα και το ολονύχτιο τζαμάρισμα. Ο Καλοκύρης μελοποίησε Καββαδία , δικά του και δικά μου , πρέπει να έχει ακόμη τις μπομπίνες. Πορφύρας, τεύχος 126, Κερκυραϊκή Ένωση Γραμμάτων και Τεχνών, 2008, σελ. 608

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]