συγκίνηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συγκίνηση συγκινήσεις
γενική συγκίνησης
& συγκινήσεως
συγκινήσεων
αιτιατική συγκίνηση συγκινήσεις
κλητική συγκίνηση συγκινήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συγκίνηση < αρχαία ελληνική συγκίνησις < συγκινέω-συγκινῶ < σύν + κινῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συγκίνηση θηλυκό

  1. εσωτερική ή εξωτερική συναισθηματική αντίδραση σε συμβάν-γεγονός (λόγω συμβάντος-γεγονότος)
  2. (ψυχολογία) αντίδραση σε ερέθισμα που επιφέρει ψυχοσωματικές μεταβολές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]