συγκινώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συγκινώ < μεταγενέστερη ελληνική συγκινέω-ῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /si.ɟi.ˈnɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

συγκινώ (παθητική φωνή: συγκινούμαι)

  1. προκαλώ σε κάποιον συναισθηματική φόρτιση
  2. συναρπάζω, προκαλώ το ενδιαφέρον
  3. επηρεάζω τα συναισθήματα κάποιου
  4. κάνω κάποιον να δακρύσει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]


32πχ Μεταφράσεις[]