αισθάνομαι
Εμφάνιση
Παρακαλούμε συμπληρώστε, τεκμηριώστε το λήμμα και βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι το λήμμα ανταποκρίνεται στα κριτήρια του Βικιλεξικού. Σελίδες που δεν ανταποκρίνονται στα κριτήρια συμπερίληψης του Βικιλεξικού μπορούν να διαγραφτούν. |
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]αισθάνομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αἰσθάνομαι
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /eˈsθa.no.me/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αι‐σθά‐νο‐μαι
Ρήμα
[επεξεργασία]αισθάνομαι, π.αόρ.: αισθάνθηκα (αποθετικό ρήμα)
- αντιλαμβάνομαι κάτι με τις αισθήσεις, κυρίως με την αίσθηση της αφής ή της όσφρησης
αισθάνθηκε ένα ελαφρό αεράκι να τον δροσίζει
- αντιλαμβάνομαι κάτι με το μυαλό μου, καταλαβαίνω
- ※ Τέλος, ανανέωσε το ραντεβού για πριν το Πάσχα όπου θα έχει ολοκληρωθεί η πλήρης προετοιμασία ώστε να συμπληρωθούν και να διορθωθούν τυχόν παραλείψεις και αβλεψίες με στόχο την ασφάλεια και την εύνομη λειτουργία του κάθε νησιού, ώστε να αισθάνονται όλοι ότι έρχονται σε έναν τόπο ασφαλή, που προστατεύει την υγεία τους, τη ζωή και την ακεραιότητά τους. (Γραφείο Τύπου, Δήμος Πάρου, 17/12/2024, paros.gr )
- προαισθάνομαι
- νιώθω ένα συναίσθημα
αισθάνθηκε για πρώτη φορά στη ζωή του ελεύθερος
- (αμετάβατο) αντιλαμβάνομαι κατά ένα ορισμένο τρόπο την ψυχολογική μου κατάσταση ή τις σωματικές μου δυνάμεις και την κατάσταση της υγείας μου
- —Πώς αισθάνεσαι τώρα; —Πολύ καλύτερα, ευχαριστώˈ'
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- αισθαντικά
- αισθαντικός
- αισθαντικότητα
- αίσθημα
- αισθηματίας
- αισθηματικά
- αισθηματικός
- αισθηματικότητα
- αισθηματισμός
- αισθηματολογία
- αισθηματολογώ
- αίσθηση
- αισθησιακός
- αισθησιαρχία
- αισθησιαρχικός
- αισθησιασμός
- αισθησιοκρατία
- αισθησιοκρατικός
- αισθητηριακός
- αισθητήριο
- αισθητήριος
- αισθητής
- αισθητικά
- αισθητική
- αισθητικός
- αισθητικότητα
- αισθητισμός
- αισθητοποίηση
- αισθητοποιώ
- αισθητός
- αισθητότητα
Σύνθετα
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αισθάνομαι | αισθανόμουν(α) | θα αισθάνομαι | να αισθάνομαι | αισθανόμενος | |
| β' ενικ. | αισθάνεσαι | αισθανόσουν(α) | θα αισθάνεσαι | να αισθάνεσαι | (αισθάνου) | |
| γ' ενικ. | αισθάνεται | αισθανόταν(ε) | θα αισθάνεται | να αισθάνεται | ||
| α' πληθ. | αισθανόμαστε | αισθανόμαστε αισθανόμασταν |
θα αισθανόμαστε | να αισθανόμαστε | ||
| β' πληθ. | αισθάνεστε | αισθανόσαστε αισθανόσασταν |
θα αισθάνεστε | να αισθάνεστε | (αισθάνεστε) | |
| γ' πληθ. | αισθάνονται | αισθάνονταν αισθανόντουσαν |
θα αισθάνονται | να αισθάνονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αισθάνθηκα | θα αισθανθώ | να αισθανθώ | αισθανθεί | ||
| β' ενικ. | αισθάνθηκες | θα αισθανθείς | να αισθανθείς | αισθάνσου | ||
| γ' ενικ. | αισθάνθηκε | θα αισθανθεί | να αισθανθεί | |||
| α' πληθ. | αισθανθήκαμε | θα αισθανθούμε | να αισθανθούμε | |||
| β' πληθ. | αισθανθήκατε | θα αισθανθείτε | να αισθανθείτε | αισθανθείτε | ||
| γ' πληθ. | αισθάνθηκαν αισθανθήκαν(ε) |
θα αισθανθούν(ε) | να αισθανθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω αισθανθεί | είχα αισθανθεί | θα έχω αισθανθεί | να έχω αισθανθεί | ||
| β' ενικ. | έχεις αισθανθεί | είχες αισθανθεί | θα έχεις αισθανθεί | να έχεις αισθανθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει αισθανθεί | είχε αισθανθεί | θα έχει αισθανθεί | να έχει αισθανθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε αισθανθεί | είχαμε αισθανθεί | θα έχουμε αισθανθεί | να έχουμε αισθανθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε αισθανθεί | είχατε αισθανθεί | θα έχετε αισθανθεί | να έχετε αισθανθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν αισθανθεί | είχαν αισθανθεί | θα έχουν αισθανθεί | να έχουν αισθανθεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αντιλαμβάνομαι με τις αισθήσεις μου
Κατηγορίες:
- Σελίδες που χρειάζονται έλεγχο
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς ενεργητική φωνή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)