Μετάβαση στο περιεχόμενο

αισθάνομαι

Από Βικιλεξικό
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται επιμέλεια και έλεγχο
Παρακαλούμε συμπληρώστε, τεκμηριώστε το λήμμα και βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι το λήμμα ανταποκρίνεται στα κριτήρια του Βικιλεξικού.
Σελίδες που δεν ανταποκρίνονται στα κριτήρια συμπερίληψης του Βικιλεξικού μπορούν να διαγραφτούν.

Συγκεκριμένα: όλων των μεταφράσεων ‑‑Sarri.greek ♫ | 18:59, 9 Ιανουαρίου 2022 (UTC).



Δείτε επίσης : αἰσθάνομαι

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

αισθάνομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αἰσθάνομαι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eˈsθa.no.me/
τυπογραφικός συλλαβισμός : αι‐σθά‐νο‐μαι

αισθάνομαι, π.αόρ.: αισθάνθηκα (αποθετικό ρήμα)

  1. αντιλαμβάνομαι κάτι με τις αισθήσεις, κυρίως με την αίσθηση της αφής ή της όσφρησης
    παράδειγμα  αισθάνθηκε ένα ελαφρό αεράκι να τον δροσίζει
  2. αντιλαμβάνομαι κάτι με το μυαλό μου, καταλαβαίνω
    ※  Τέλος, ανανέωσε το ραντεβού για πριν το Πάσχα όπου θα έχει ολοκληρωθεί η πλήρης προετοιμασία ώστε να συμπληρωθούν και να διορθωθούν τυχόν παραλείψεις και αβλεψίες με στόχο την ασφάλεια και την εύνομη λειτουργία του κάθε νησιού, ώστε να αισθάνονται όλοι ότι έρχονται σε έναν τόπο ασφαλή, που προστατεύει την υγεία τους, τη ζωή και την ακεραιότητά τους. (Γραφείο Τύπου, Δήμος Πάρου, 17/12/2024, paros.gr )
  3. προαισθάνομαι
  4. νιώθω ένα συναίσθημα
    παράδειγμα  αισθάνθηκε για πρώτη φορά στη ζωή του ελεύθερος
  5. (αμετάβατο) αντιλαμβάνομαι κατά ένα ορισμένο τρόπο την ψυχολογική μου κατάσταση ή τις σωματικές μου δυνάμεις και την κατάσταση της υγείας μου
    —Πώς αισθάνεσαι τώρα; —Πολύ καλύτερα, ευχαριστώˈ'

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]