Μετάβαση στο περιεχόμενο

feel

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας feel
γ΄ ενικό ενεστώτα feels
αόριστος felt
παθητική μετοχή felt
ενεργητική μετοχή feeling
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

feel (en)

  1. νιώθω, αισθάνομαι, έχω ένα αίσθημα ή συναίσθημα
    παράδειγμα  How are you feeling?
    Πώς νιώθεις;
    παράδειγμα  I am feeling/I feel sick/good/bad.
    Νιώθω άρρωστος/καλά/άσχημα.
    παράδειγμα  I feel young/old/free.
    Νιώθω νέος/γέρος/ελεύθερος.
    παράδειγμα  Have you ever felt so calm?
    Έχεις νιώσει ποτέ τόση ηρεμία;
    παράδειγμα  I have never felt better in my whole life.
    Δεν έχω νιώσει ποτέ καλύτερα σε όλη μου τη ζωή.
    παράδειγμα  I felt that I was not welcome.
    Ένιωσα ότι δεν ήμουν ευπρόσδεκτος.
    παράδειγμα  I am feeling joy/sadness/fear.
    Αισθάνομαι χαρά/λύπη/φόβο.
    παράδειγμα  He feels happy/sad/guilty.
    Αισθάνεται χαρούμενος/λυπημένος/ένοχος.
    παράδειγμα  I felt shocked at the sight of his blood.
    Αισθάνθηκα σοκαρισμένος στη θέα του αίματος.
  2. (μεταβατικό) νιώθω, αισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι κάτι επειδή με αγγίζει ή έχει σωματική επίδραση πάνω μου
    παράδειγμα  I feel a pain in my stomach.
    Νιώθω έναν πόνο στο στομάχι.
    παράδειγμα  I felt hunger/the cold.
    Ένιωσα την πείνα/το κρύο.
    παράδειγμα  She felt something next to her leg.
    Αισθάνθηκε κάτι δίπλα στο πόδι της.
    παράδειγμα  I can’t feel my arms/leg.
    Δεν αισθάνομαι τα χέρια/το πόδι μου.
  3. (μεταβατικό) νιώθω, αισθάνομαι, συναισθάνομαι, διαισθάνομαι, προαισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι κάτι παρόλο που δεν μπορώ να το δω, να το ακούσω κτλ.
    παράδειγμα  I feel the weight of my responsibilities.
    Νιώθω τις ευθύνες μου.
    παράδειγμα  He felt the danger and took action.
    Αισθάνθηκε τον κίνδυνο και πήρε τα μέτρα του.
    παράδειγμα  I feel the magnitude of the responsibilities I have been shouldered with.
    Συναισθάνομαι το μέγεθος των ευθυνών που έχω επωμιστεί.
    παράδειγμα  He felt the danger.
    Διαισθάνθηκε τον κίνδυνο.
    παράδειγμα  I feel the threat of war.
    Προαισθάνομαι την απειλή του πολέμου.
    παράδειγμα  We all felt the tension from waiting.
    Ήμασταν όλοι σε ένταση από την αναμονή.
     συνώνυμα: sense
  4. φαίνομαι, είμαι, νιώθω κάτι που μου δίνει μια ιδιαίτερη αίσθηση ή εντύπωση
    παράδειγμα  The journey felt long.
    Το ταξίδι φάνηκε μακρύ.
    παράδειγμα  How does this idea feel to you?
    Πώς σου φαίνεται η ιδέα;
    παράδειγμα  The plan feels ridiculous to me.
    Το σχέδιο μου φαίνεται γελοίο.
    παράδειγμα  It feels like it’s going to rain.
    Φαίνεται ότι θα βρέξει.
    παράδειγμα  It feels ok.
    Φαίνεται εντάξει.
    παράδειγμα  It feels as though I made a mistake.
    Φαίνεται ότι έκανα λάθος.
    παράδειγμα  He felt like an honest man to me.
    Μου φάνηκε τίμιος άνθρωπος.
    παράδειγμα  It feels as if you are making fun of me.
    Μου φαίνεται πως με κοροϊδεύεις.
    παράδειγμα  My stomach feels bad today.
    Το στομάχι μου είναι άσχημα σήμερα.
    παράδειγμα  The fireplace had gone out but the room still felt warm.
    Το τζάκι είχε σβήσει, το δωμάτιο όμως ήταν ακόμα ζεστό.
    παράδειγμα  The flight felt very smooth.
    Η πτήση ήταν πολύ ομαλή.
    παράδειγμα  Our vacation this year felt kind of dull.
    Οι διακοπές μας φέτος πέρασαν κάπως άγευστα.
  5. είμαι, νιώθω, έχει μια ιδιαίτερη φυσική ιδιότητα που την αντιλαμβάνομαι με την επαφή
    παράδειγμα  Your hands feel cold.
    Τα χέρια σου είναι παγωμένα.
    παράδειγμα  My clothes still feel wet.
    Τα ρούχα μου είναι ακόμα βρεγμένα.
    παράδειγμα  This blanket feels comfortable. (=I feel comfortable with this blanket).
    Νιώθω άνετα με αυτή την κουβέρτα.
    παράδειγμα  The floor felt wet.
    Ένιωσα ότι το πάτωμα ήταν υγρό.
  6. (μεταβατικό) ψηλαφώ, αγγίζω κάτι για να μάθω πώς είναι
    παράδειγμα  The doctor felt the patient’s swollen neck.
    Ο γιατρός ψηλάφισε τον πρησμένο λαιμό του αρρώστου.
    παράδειγμα  Blind people frequently recognize objects by feeling them.
    Οι τυφλοί συχνά αναγνωρίζουν τα αντικείμενα αγγίζοντας τα.
  7. (μεταβατικό και αμετάβατο) νιώθω, αισθάνομαι, πιστεύω, νομίζω, θεωρώ ότι κάτι συμβαίνει· έχω συγκεκριμένη γνώμη ή στάση
    παράδειγμα  I feel obligated to go.
    Νιώθω υποχρεωμένος να πάω.
    παράδειγμα  I feel like you’re making fun of me/you dislike me.
    Αισθάνομαι ότι με κοροϊδεύεις/με αντιπαθείς.
    παράδειγμα  I feel like you’re right.
    Πιστεύω ότι έχεις δίκιο.
    παράδειγμα  Do you feel he’s capable of doing it?
    Τον νομίζεις ικανό να το κάνει;
    παράδειγμα  I felt it was right to let you know.
    Το θεώρησα σωστό να σε ειδοποιήσω.
    παράδειγμα  I felt it had been a mistake.
    Είχα τη γνώμη ότι ήταν λάθος.
  8. (μεταβατικό) νιώθω, αισθάνομαι, δέχομαι, υφίσταμαι, ζω τα αποτελέσματα από κάτι, συχνά έντονα
    παράδειγμα  She felt the insult deeply.
    Ένιωσε βαθιά την προσβολή.
    παράδειγμα  Don’t you feel the beauty of this landscape?
    Δεν νιώθεις την ομορφιά αυτού του τοπίου;
    παράδειγμα  I want to feel your love.
    Θέλω να αισθανθώ την αγάπη σου.
    παράδειγμα  The government is feeling pressure.
    Η κυβέρνηση δέχεται πιέσεις.
    παράδειγμα  You will feel the consequences of your actions.
    Θα υποστείς τις συνέπειες των πράξεών σου.
     συνώνυμα: experience
  9. (αμετάβατο) ψηλαφώ, ψαχουλεύω, ψάχνω κάτι με τα χέρια, τα πόδια κτλ.
    παράδειγμα  I’m feeling for the patient’s pulse.
    Ψηλαφώ το σφυγμό του αρρώστου.
    παράδειγμα  He made his way down the dark corridor feeling around in the darkness.
    Προχώρησε στο σκοτεινό διάδρομο ψηλαφώντας μέσα στο σκοτάδι.
    παράδειγμα  He felt in his pocket for a coin.
    Ψαχούλεψε στην τσέπη του για ένα νόμισμα./Έψαξε στην τσέπη του να βρει ένα νόμισμα.
    παράδειγμα  He was feeling in the dark for the switch.
    Έψαχνε στο σκοτάδι να βρει το διακόπτη.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]