βαρύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βαρύς η βαριά
βαρεία
το βαρύ
      γενική του βαριού, βαρύ
βαρέος
της βαριάς
βαρείας
του βαριού, βαρύ
βαρέος
    αιτιατική τον βαρύ τη βαριά
βαρεία
το βαρύ
     κλητική βαρύ βαριά
βαρεία
βαρύ
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βαριοί
βαρείς
οι βαριές
βαρείες
τα βαριά
βαρέα
      γενική των βαριών
βαρέων
των βαριών
βαρειών
των βαριών
βαρέων
    αιτιατική τους βαριούς
βαρείς
τις βαριές
βαρείες
τα βαριά
βαρέα
     κλητική βαριοί
βαρείς
βαριές
βαρείες
βαριά
βαρέα
Οι τύποι της δεύτερης σειράς, λόγιοι, κατεβάζουν τον τόνο όπως στην αρχαία κλίση
Χρησιμοποιούνται σε παγιωμένες εκφράσεις ή όρους.
Κατηγορία όπως «βαθύς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαρύς < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βαρύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷréh₂us < *gʷreh₂ (βαρύς) +‎ *-us

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vaˈɾis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βα‐ρύς

Επίθετο[επεξεργασία]

βαρύς, -ιά, -ύ, συγκριτικός: βαρύτερος, υπερθετικός: βαρύτατος

  1. που έχει μεγάλο βάρος, που ζυγίζει πολλά κιλά
    το παλιό έπιπλο ήταν βαρύ κι ασήκωτο
  2. που έχει μεγάλη πυκνότητα
    όταν κάποιοι έλεγαν ότι θα φτιάξουν ιπτάμενες συσκευές πιο βαριές από τον αέρα, τους έλεγαν αιθεροβάμονες
  3. (για φαγητό ή ποτό) που έχει μεγάλη ποσότητα από μια ουσία, πολύ έντονη γεύση ή έχει άσχημη επίδραση στον οργανισμό
    έναν καφέ πολλά βαρύ, παρακαλώ
    το στιφάδο είναι βαρύ φαγητό και με πειράζει
    βαριά ποτά, βαριά τσιγάρα
  4. που δείχνει σημάδια επιδείνωσης
    ο καιρός ήταν βαρύς και φαινόταν ότι θα βρέξει
  5. (μεταφορικά) που αναμένεται να έχει άσχημες επιπτώσεις
    οι κατηγορίες εναντίον του ήταν βαρύτατες
  6. (μεταφορικά) άσχημος, γεμάτος ένταση ή στενοχώρια
    η ατμόσφαιρα ανάμεσα στους δυο παλιούς φίλους ήταν πολύ βαριά
  7. (για άνθρωπο) κακοδιάθετος ή/και υπερβολικά σοβαρός, σε σημείο αγένειας καμιά φορά
    Σήμερα το πρωί ο Γιώργος ήταν βαρύς κι ασήκωτος. Τι να του συνέβη άραγε;
    ※  Του άντρα του πολλά βαρύ [γενική πτώση] μην του μιλάτε το πρωί (στίχοι τραγουδιού, στιχουργός: Ερρίκος Θαλασσινός, μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος)
    εκφράσεις: βαρύ πεπόνι: έκφραση που περιγράφει έναν τέτοιο άνθρωπο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Κλίση
(Παρατηρήσεις)
Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική βαρύς βαρεῖα βαρύ βαρεῖς βαρεῖαι βαρέα
Γενική βαρέος βαρείας βαρέος βαρέων βαρειῶν βαρέων
Δοτική βαρεῖ βαρείᾳ βαρεῖ βαρέσι βαρείαις βαρέσι
Αιτιατική βαρύν βαρεῖαν βαρύ βαρεῖς βαρείας βαρέα
Κλητική βαρύ βαρεῖα βαρύ βαρεῖς βαρεῖαι βαρέα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική βαρέε βαρεία βαρέε
Γενική-Δοτική βαρέοιν βαρείαιν βαρέοιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαρύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷréh₂us < *gʷreh₂ (βαρύς) +‎ *-us

Επίθετο[επεξεργασία]

βαρύς

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]