βαρεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βαρεία οι βαρείες
      γενική της βαρείας των βαρειών
    αιτιατική τη βαρεία τις βαρείες
     κλητική βαρεία βαρείες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαρεία < αρχαία ελληνική βαρεῖα, το θηλυκό του επιθέτου βαρύς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαρεία θηλυκό

  1. τονικό σημάδι στο πολυτονικό σύστημα γραφής που αντικαθιστά την οξεία μόνο στη λήγουσα και εφόσον δεν ακολουθεί σημείο στίξης· η κλίση της είναι αντίθετη από της οξείας, ξεκινάει δηλαδή από αριστερά πάνω και καταλήγει δεξιά κάτω (`)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]