οξεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οξεία οξείες
γενική οξείας οξειών
αιτιατική οξεία οξείες
κλητική οξεία οξείες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οξεία < ελληνιστική κοινή ὀξεῖα < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου: ὀξύς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οξεία θηλυκό

  1. το τονικό σημάδι που δείχνει την ή τις συλλαβές που τονίζονται
    Συνώνυμα τόνος
  2. το τονικό σημάδι, πριν την εφαρμογή του μονοτονικού που, σύμφωνα με συγκεκριμένους γραμματικούς κανόνες, έμπαινε σε όσες λέξεις δεν έπαιρναν περισπωμένη
  3. το ίδιο τονικό σημάδι που, σε μία μεγάλη περίοδο της ελληνικής γραμματείας, κατά περίπτωση το αντικαταστούσε η βαρεία

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

οξεία