δασεία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δασεία δασείες
γενική δασείας δασειών
αιτιατική δασεία δασείες
κλητική δασεία δασείες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δασεία < δασεῖα (ουσιαστικό της καθαρεύσουας) < αρχαία ελληνική δασεῖα, θηλυκό του επιθέτου δασύς (πυκνός, τραχύς)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δασεία θηλυκό

  • το διακριτικό σύμβολο που τίθεται στο πολυτονικό σύστημα γραφής πάνω στο αρχικό ρ και στα αρχικά φωνήεντα συγκεκριμένων λέξεων οι οποίες στην αρχαιότητα προφέρονταν με δασύ πνεύμα
όλες οι λέξεις που αρχίζουν από υ παίρνουν δασεία, πχ ὑγρός, ὑπέρ, ὑπό κ.λπ.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]