Μετάβαση στο περιεχόμενο

τραχύς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τραχύς η τραχιά
& τραχεία
το τραχύ
      γενική του τραχιού, τραχύ
& τραχέος
της τραχιάς
& τραχείας
του τραχιού, τραχύ
& τραχέος
    αιτιατική τον τραχύ την τραχιά
& τραχεία
το τραχύ
     κλητική τραχύ τραχιά
& τραχεία
τραχύ
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τραχιοί
& τραχείς
οι τραχιές
& τραχείες
τα τραχιά
& τραχέα
      γενική των τραχιών
& τραχέων
των τραχιών
& τραχειών
των τραχιών
& τραχέων
    αιτιατική τους τραχιούς
& τραχείς
τις τραχιές
& τραχείες
τα τραχιά
& τραχέα
     κλητική τραχιοί
& τραχείς
τραχιές
& τραχείες
τραχιά
& τραχέα
Οι τύποι με γιώτα (-ιού, -ιοί, -ιά, -ιών, ...) προφέρονται με συνίζηση.
Οι τύποι της δεύτερης σειράς, λόγιοι, όπως στην αρχαία κλίση
Χρησιμοποιούνται σε παγιωμένες εκφράσεις ή όρους.
Κατηγορία όπως «βαθύς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τραχύς < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τραχύς [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tɾaˈçis/
τυπογραφικός συλλαβισμός : τρα‐χύς

Επίθετο

[επεξεργασία]

τραχύς, -ιά, -ύ

  1. με ανώμαλη επιφάνεια, όχι λείος
    ※  έδιναν χονδρικά το επιθυμητό σχήμα, στη συνέχεια λάξευαν, «έσκαβαν», το εσωτερικό χρησιμοποιώντας στις παλαιότερες εποχές απλό ξύλινο τρυπάνι - το λεγόμενο γαλλικό τρυπάνι - και αργότερα το πιο εξελιγμένο τοξοτρύπανο ή δοξάρι, μαζί μ' ένα τραχύ υλικό που αυτό ουσιαστικά έκοβε την πέτρα και ήταν άμμος ή συνήθως σμύρις. (Ντόρα Βασιλικού, Ο μυκηναϊκός πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1995, σελ. 40)
  2. (για έδαφος) κακοτράχαλος, πετρώδης
  3. (μεταφορικά) άνθρωπος απότομος στους τρόπους

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
τραχυ-, τραχω- 

Δε σχετίζεται ο τράχηλος.

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

→ ζητούμενο λήμμα