abrasive

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

abrasive < abrase + -ive

Επίθετο[επεξεργασία]

abrasive (en)