מחוספס

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

מחוספס (he) (mekhuspás) αρσενικό

  1. τραχύς
  2. άξεστος
  3. αδρός