grave

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: gravé, -grave

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /greɪv/

Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

grave < λατινική gravis

Επίθετο[επεξεργασία]

παραθετικά
θετικός grave
συγκριτικός graver
υπερθετικός gravest

grave (en)

  1. (παρωχημένο) πολύ βαρύς
    His shield grave and great.Chapman.
  2. σοβαρός, σημαντικός (λέγεται χαρακτήρες, σχέσεις κ.λπ.)
    grave' deportment, character, influence
    Most potent, grave, and reverend seigniors.Shakespeare.
    A grave and prudent law, full of moral equity.Milton.
  3. σοβαρός, όχι ελαφρός ή χαρούμενος
    a grave color; a grave face
  4. (μουσική) βαρύς, χαμηλός, βαθύς (για ήχους)
    a grave note or key
    The thicker the cord or string, the more grave is the note or tone.Moore (Encyc. of Music).
  5. (μουσική) σοβαρός και αργός
  6. grave accent

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

grave (en)

  1. βαρεία (τόνος)
    è is an e with a grave accent

Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

grave < παλαιά αγγλική grafan

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας grave
γ΄ ενικό ενεστώτα graves
αόριστος graved, grove
παθητική μετοχή graved, graven
ενεργητική μετοχή graving

grave (en)

  1. (μεταβατικό) σκάβω (απαρχαιωμένο)) Chaucer.
    He hath graven and digged up a pit. —Ψαλμοί VII 16 (Book of Prayer).
  2. (μεταβατικό) χαράζω ή σκαλίζω γράμματα ή μορφές σε σκληρή επιφάνεια, π.χ πέτρα
    Thou shalt take two onyx stones, and grave on them the names of the children of Israel. —Έξοδος XXVIII.,9.
    This be the verse you grave for me / “Here he lies where he longs to be”Stevenson, Requiem
  3. (μεταβατικό) λαξεύω μια μορφή
    With gold men may the hearte grave.Chaucer.
  4. (μεταβατικό) εντυπώνω βαθιά στο μυαλό
    O! may they graven in thy heart remain.Prior.
  5. (μεταβατικό) ενταφιάζω, θάβω (απαρχαιωμένο) —Chaucer.
    Lie full low, graved in the hollow ground.Shakespeare.
  6. (μεταβατικό, ναυτικό) καθαρίζω τη βάση ενός σκάφους και την αλείφω με πίσσα
  7. (αμετάβατο) γράφω ή σχεδιάζω σε μια σκληρή επιφάνεια, χαράζω

Ετυμολογία 3[επεξεργασία]

grave < παλαιά αγγλική græf

Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
grave graves
A freshly dug grave

grave (en)

  • τάφος
    He had lain in the grave four days. — Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο XI.,17.



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

grave < λατινική gravis

Προφορά[επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
grave graves

grave (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. σοβαρός
  2. κρίσιμος
  3. επίσημος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

grave (fr)

  1. πρώτο και τρίτο πρόσωπο ενικού της οριστικής ενεστώτα του του ρήματος graver
  2. δεύτερο πρόσωπο ενικού της προστακτικής του του ρήματος graver
  3. πρώτο και τρίτο πρόσωπο ενικού της υποτακτικής ενεστώτα του του ρήματος graver



Δανικά (da)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

grave < παλαιά νορβηγική grafa

Ρήμα[επεξεργασία]

grave (da)



Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

grave < grav- + -e

Επίρρημα[επεξεργασία]

grave (eo)



Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

grave < λατινική gravis

Επίθετο[επεξεργασία]

grave (es)

  1. σοβαρός
  2. βαρύς, χαμηλός (για ήχο)
  3. επίσημος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

grave (es)

  1. α' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της υποτακτικής του ρήματος gravar
  2. γ' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της υποτακτικής του ρήματος gravar
  3. γ' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της προστακτικής του ρήματος gravar



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

grave < λατινική gravis

Επίθετο[επεξεργασία]

grave (it)

  1. σοβαρός
  2. βαρύς
  3. σοβαρός, επίσημος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]