grave

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: gravé, -grave

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

παραθετικά
θετικός grave
συγκριτικός graver
υπερθετικός gravest

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɡreɪv/
ήχος: (ΗΠΑ) 

Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

grave < λατινική gravis

Επίθετο[επεξεργασία]

grave (en)

  1. (παρωχημένο) πολύ βαρύς
  2. σοβαρός, σημαντικός (λέγεται χαρακτήρες, σχέσεις κ.λπ.)
    grave' deportment, character, influence
    ※  Most potent, grave, and reverend seigniors. (William Shakespeare)
    λείπει η μετάφραση
    ※  A grave and prudent law, full of moral equity. (John Milton)
    λείπει η μετάφραση
  3. σοβαρός, όχι ελαφρός ή χαρούμενος
    a grave color; a grave face
    λείπει η μετάφραση
  4. (μουσική) βαρύς, χαμηλός, βαθύς (για ήχους)
    a grave note or key
    λείπει η μετάφραση
    ※  The thicker the cord or string, the more grave is the note or tone. (Moore (Encyc. of Music).
    λείπει η μετάφραση
  5. (μουσική) σοβαρός και αργός

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

grave (en)

Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

grave < αγγλοσαξονική grafan

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας grave
γ΄ ενικό ενεστώτα graves
αόριστος graved, grove
παθητική μετοχή graved, graven
ενεργητική μετοχή graving
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

grave (en)

  1. (μεταβατικό)
    1. (παρωχημένο) σκάβω
      ※  He hath graven and digged up a pit. (Ψαλμοί VII 16 (Book of Prayer)
      λείπει η μετάφραση
    2. χαράζω ή σκαλίζω γράμματα ή μορφές σε σκληρή επιφάνεια, π.χ πέτρα
      Thou shalt take two onyx stones, and grave on them the names of the children of Israel. —Έξοδος XXVIII.,9.
      λείπει η μετάφραση
    3. λαξεύω μια μορφή
    4. εντυπώνω βαθιά στο μυαλό
    5. (ναυτικός όρος) καθαρίζω τη βάση ενός σκάφους και την αλείφω με πίσσα
  2. (αμετάβατο) γράφω ή σχεδιάζω σε μια σκληρή επιφάνεια, χαράζω

Ετυμολογία 3[επεξεργασία]

grave < αγγλοσαξονική græf

Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
grave graves

grave (en)

  • ο τάφος
    He had lain in the grave four days. — Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο XI.,17.
    λείπει η μετάφραση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

grave < (άμεσο δάνειο) λατινική gravis

Προφορά[επεξεργασία]

ήχος: (fr) 

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
grave graves

grave (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. σοβαρός
  2. κρίσιμος
  3. επίσημος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

grave (fr)

  1. πρώτο και τρίτο πρόσωπο ενικού της οριστικής ενεστώτα του του ρήματος graver
  2. δεύτερο πρόσωπο ενικού της προστακτικής του του ρήματος graver
  3. πρώτο και τρίτο πρόσωπο ενικού της υποτακτικής ενεστώτα του του ρήματος graver



Δανικά (da)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

grave < (κληρονομημένο) παλαιά νορβηγική grafa

Ρήμα[επεξεργασία]

grave (da)



Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

grave < grav- + -e

Επίρρημα[επεξεργασία]

grave (eo)



Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

grave < λατινική gravis

Επίθετο[επεξεργασία]

grave (es)

  1. σοβαρός
  2. βαρύς, χαμηλός (για ήχο)
  3. επίσημος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

grave (es)

  1. α' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της υποτακτικής του ρήματος gravar
  2. γ' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της υποτακτικής του ρήματος gravar
  3. γ' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της προστακτικής του ρήματος gravar



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

grave < λατινική gravis

Επίθετο[επεξεργασία]

grave (it)

  1. σοβαρός
  2. βαρύς
  3. σοβαρός, επίσημος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]