τάφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τάφος τάφοι
γενική τάφου τάφων
αιτιατική τάφο τάφους
κλητική τάφε τάφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τάφος < αρχαία ελληνική τάφος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈta.fɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τάφος αρσενικό

  1. o τόπος όπου θάβεται ο νεκρός
  2. ταφικό μνημείο
  3. (μεταφορικά) άνθρωπος απόλυτα εχέμυθος
  4. (μεταφορικά) ο θάνατος, το τέλος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τάφος < θάπτω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dʰembʰ-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τάφος αρσενικό

  1. ταφή
  2. ενταφιασμός
  3. κηδεία
  4. η πράξη της ταφής
  5. ο ίδιος ο τάφος, τύμβος, μνήμα
  6. ((στον πληθυντικό) λέγεται για ένα μόνο τάφο