τάφος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | τάφος | οι | τάφοι |
| γενική | του | τάφου | των | τάφων |
| αιτιατική | τον | τάφο | τους | τάφους |
| κλητική | τάφε | τάφοι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τάφος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τάφος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈta.fos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τά‐φος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τάφος αρσενικό
- o τόπος όπου θάβεται ο νεκρός
- ※ Καμμιά παχνιδιάρα στροφή, κανένας σκιερός τόπος, πουθενά ένα ρυάκι. Η καλοκαιρινή Μεσαορία είναι σα μια μαντάρα, μια στέγνα, μια αποψιλωμένη έκταση χωρίς χαρές. Σαν ένας τάφος που κρύβει μέσα του τη δύναμη της ανοιξιάτικης προσμονής της ανάστασης. (Φιλολογική Κύπρος, Ελληνικός Πνευματικός Όμιλος Κύπρου, 1967, σελ. 116)
- ταφικό μνημείο
- (μεταφορικά) άνθρωπος απόλυτα εχέμυθος
- (μεταφορικά) ο θάνατος, το τέλος
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τάφος
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | τάφος | οἱ | τάφοι |
| γενική | τοῦ | τάφου | τῶν | τάφων |
| δοτική | τῷ | τάφῳ | τοῖς | τάφοις |
| αιτιατική | τὸν | τάφον | τοὺς | τάφους |
| κλητική ὦ! | τάφε | τάφοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | τάφω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | τάφοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
τάφος < θέμα ταφ- < *θαφ- με ανομοίωση (δείτε και θάπτω) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰembʰ- (θάβω, τάφος)[1]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τάφος, ου αρσενικό
- ταφή
- ενταφιασμός
- κηδεία
- η πράξη της ταφής
- ο ίδιος ο τάφος, τύμβος, μνήμα
- (στον πληθυντικό) λέγεται για ένα μόνο τάφο
Συγγενικά
[επεξεργασία]δείτε και τα παράγωγά τους:
ετυμολογικό πεδίο
ταφ-
ταφ-
με θέμα ταφ-
- ἀταφία
- ἄταφος
- βλαψίταφος
- ἐνταφή
- ἐνταφήϊα
- ἐνταφίασις
- ἐνταφιασμός
- ἐνταφιαστής
- ἐνταφιαστικός
- ἐνταφιάζω
- ἐνταφιεύω
- ἐνταφιοπώλης
- ἐντάφιος
- ἐπιταφέω
- ἐπιτάφιος
- ἰβιοταφεῖον
- ἰβιοτάφος
- ἱερακοτάφος
- καινοτάφια
- καινόταφον
- καινόταφος
- κακόταφος
- κενοταφέω
- κενοτάφιον
- κηποτάφιον
- κοινοταφής
- κοινοτάφιον
- κριοτάφος
- κροκοδιλοτάφιον
- νεκροταφέω
- νεκροτάφη
- νεκροταφικός
- νεκροταφίς
- νεκροτάφος
- νεοταφής
- ξενοτάφιον
- συνενταφή
- σύνταφος
- συνταυροτάφος
- ταφαιών
- τάφειμα
- ταφεῖος
- ταφεύς
- ταφεών
- ταφή
- ταφήϊος
- ταφήιος
- ταφικόν
- τάφιος
- ταφοειδής
- ψευδοτάφιον
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]| Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των κλίσεων που χρειάζονται έλεγχο. Παρατηρήσεις: Τα λεξικά δίνουν και γενικές -εος -ους, αλλά μήπως είναι ελλειπτικό, και μόνο ονομαστική? ‑‑Sarri.greek ♫ | 13:06, 30 Ιανουαρίου 2023 (UTC) |
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | τάφος | τὰ | τάφη - τάφεᾰ |
| γενική | τοῦ | τάφους - τάφεος | τῶν | ταφῶν - ταφέων |
| δοτική | τῷ | τάφει - τάφεῐ̈ | τοῖς | τάφεσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸ | τάφος | τὰ | τάφη - τάφεα |
| κλητική ὦ! | τάφος | τάφη - τάφεα | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | τάφει - τάφεε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ταφοῖν - ταφέοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
τάφος < τέθηπα → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τάφος, -εος ουδέτερο
- έκπληξη, θάμβος
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 21 (φ. Τόξου θέσις.), στίχ. 122
- τάφος δ' ἕλε πάντας ἰδόντας, / ὡς εὐκόσμως στῆσε
- κι έκπληξη κατέλαβε όλους εκείνους που έβλεπαν· πόσο όμορφα τα έστησε
- τάφος δ' ἕλε πάντας ἰδόντας, / ὡς εὐκόσμως στῆσε
- επίσης, 24 (ω. Σπονδαί.), στίχ. 441
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 21 (φ. Τόξου θέσις.), στίχ. 122
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- τάφος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- τάφος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'βέλος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βέλος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βέλος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)