Μετάβαση στο περιεχόμενο

ταφόπετρα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ταφόπετρα οι ταφόπετρες
      γενική της ταφόπετρας
    αιτιατική την ταφόπετρα τις ταφόπετρες
     κλητική ταφόπετρα ταφόπετρες
Κατηγορία όπως «πέστροφα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ταφόπετρα < τάφ(ος) + -ό- + πέτρα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ταφόπετρα θηλυκό

  • συνώνυμο του ταφόπλακα
      Ἡ πολεμικὴ κραυγὴ τῶν βουνίσιων Σκοτσέζων: «Πολέμα μὲ λύσσα, δέχου τὸ θάνατο μὲ χαρά», ἀνέβαινε ἀπ’ ὅλες τοῦτες τὶς ἐγγλέζικες ταφόπετρες ποῦ πατοῦσα στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς αὐλόγυρους καὶ ποῦ σκέπαζαν σὰ σκουτάρια τοὺς μεγάλους πολεμιστὲς τῆς ἀνθρώπινης χίμαιρας.
    Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας: Αγγλία, 1939
      Ταφόπετρα όχι για το ίδιο το νησί (που τώρα μπορεί να βγάζει και πιο πολλά λεφτά…) αλλά για όλους αυτούς που την είχαν επιλέξει ως ένα μέρος που μπορείς να συνδυάσεις τα πάντα. Το χίπικο, το μποέμικο, το αλητήριο, το γκομενίστικο, το οικογενειακό, το κυριλέ, το ακριβό και το αουτσάιντερ. Πάντα μπορούσες να κάνεις όποια επιλογή γούσταρες. (Ο Πέτρος Κωστόπουλος γράφει: Αποχαιρέτα την τη Μύκονο που χάνεις, zinapost.gr, 30/08/2015 )

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]