ταφόπετρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ταφόπετρα θηλυκό
- συνώνυμο του ταφόπλακα
- ※ Ἡ πολεμικὴ κραυγὴ τῶν βουνίσιων Σκοτσέζων: «Πολέμα μὲ λύσσα, δέχου τὸ θάνατο μὲ χαρά», ἀνέβαινε ἀπ’ ὅλες τοῦτες τὶς ἐγγλέζικες ταφόπετρες ποῦ πατοῦσα στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς αὐλόγυρους καὶ ποῦ σκέπαζαν σὰ σκουτάρια τοὺς μεγάλους πολεμιστὲς τῆς ἀνθρώπινης χίμαιρας.
- Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας: Αγγλία, 1939
- ※ Ταφόπετρα όχι για το ίδιο το νησί (που τώρα μπορεί να βγάζει και πιο πολλά λεφτά…) αλλά για όλους αυτούς που την είχαν επιλέξει ως ένα μέρος που μπορείς να συνδυάσεις τα πάντα. Το χίπικο, το μποέμικο, το αλητήριο, το γκομενίστικο, το οικογενειακό, το κυριλέ, το ακριβό και το αουτσάιντερ. Πάντα μπορούσες να κάνεις όποια επιλογή γούσταρες. (Ο Πέτρος Κωστόπουλος γράφει: Αποχαιρέτα την τη Μύκονο που χάνεις, zinapost.gr, 30/08/2015 )
- ※ Ἡ πολεμικὴ κραυγὴ τῶν βουνίσιων Σκοτσέζων: «Πολέμα μὲ λύσσα, δέχου τὸ θάνατο μὲ χαρά», ἀνέβαινε ἀπ’ ὅλες τοῦτες τὶς ἐγγλέζικες ταφόπετρες ποῦ πατοῦσα στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς αὐλόγυρους καὶ ποῦ σκέπαζαν σὰ σκουτάρια τοὺς μεγάλους πολεμιστὲς τῆς ἀνθρώπινης χίμαιρας.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ταφόπετρα
|
Πηγές
[επεξεργασία]- ταφόπετρα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πέστροφα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)