κακοδιάθετος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κακοδιάθετος < κακο- + αρχαία ελληνική διατίθημι + -τος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.ko.ðiˈa.θe.tos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐κο‐δι‐ά‐θε‐τος
Επίθετο
[επεξεργασία]κακοδιάθετος, -η, -ο
- που έχει άσχημη διάθεση
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κακοδιάθετος