down
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | down |
| συγκριτικός | more down |
| υπερθετικός | most down |
down (en)
- (μόνο πριν από το ουσιαστικό) κάτω, που κινείται ή κατευθύνεται προς τα κάτω ή μακριά από ένα μέρος
Click on the down arrow.
- Κάντε κλικ στο κάτω βέλος.
The down escalator isn’t working.
- Η κυλιόμενη σκάλα που κατεβαίνει δεν λειτουργεί.
- (όχι πριν από το ουσιαστικό, ανεπίσημο) πεσμένος, κακοδιάθετος, θλιμμένος ή λυπημένος
She seems down, what happened to her?
- Αυτή φαίνεται πεσμένη, τι της συνέβη;
I’ve been seeing you down lately, what’s up with you?
- Κακοδιάθετο σε βλέπω τελευταία, τι σου συμβαίνει;
- (όχι πριν από το ουσιαστικό) χαλασμένος, εκτός λειτουργίας, για ηλεκτρονικά συστήματα
Why is my computer down?
- Γιατί είναι ο υπολογιστής μου χαλασμένος;
The telephone device is temporarily down.
- Η τηλεφωνική συσκευή έχει τεθεί προσωρινά εκτός λειτουργίας.
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]down (en)
- κάτω, κατεβάζω, κατεβαίνω, χαμηλώνω, πέφτω, προς τα κάτω ή σε χαμηλότερη θέση
down in the basement - κάτω στο υπόγειο
down on the seashore - κάτω στο γιαλό
Come down.
- Έλα κάτω.
Put the books down.
- Άφησε κάτω τα βιβλία.
He took the baby in his arms and placed it down in the car.
- Πήρε το μωρό αγκαλιά και το κατέβασε κάτω στο αυτοκίνητο.
Put your gun down!
- Κατέβασε το όπλο σου!
I took the glasses down from the cupboard.
- Κατέβασα το ποτήρια από το ντουλάπι.
Move the frame down a little more.
- Κατέβασε το κάδρο λίγο ακόμη.
The elevator brings us down to the ground floor.
- Το ασανσέρ μάς κατεβάζει έως το ισόγειο.
She helped her elderly father down off the bed.
- Κατέβασε τον ηλικιωμένο πατέρα της από το κρεβάτι.
Get down right now!
- Κατέβα αμέσως!
They went down to the foot of the mountain.
- Κατέβηκαν ως τα ριζά του βουνού.
I’m taking the stairs down.
- Κατεβαίνω με τη σκάλα.
Pull the blinds down.
- Χαμήλωσε τα στορ.
The rain was still coming down.
- Η βροχή έπεφτε ακόμα.
He fell down from the tree.
- Έπεσε από το δέντρο.
Bend it down.
- Λύγισέ το προς τα κάτω.
- ≠ αντώνυμα: up
- κάτω, πεσμένος, ξαπλωμένος, από όρθια θέση σε καθιστή ή ξαπλωμένη θέση
Sit down.
- Κάθισε κάτω.
He was found lying down on the floor.
- Βρέθηκε πεσμένος στο πάτωμα.
I was lying down on my stomach/back/side.
- Ήμουν ξαπλωμένος μπρούμυτα/ανάσκελα/στο πλάι.
- ελαττώνω, χαμηλώνω, μειώνω, πέφτω, σε χαμηλότερο επίπεδο
Our sales are going down.
- Οι πωλήσεις μας ελαττώνονται.
The number of refugees has come down.
- Ο αριθμός των προσφύγων ελαττώθηκε.
Church attendance goes down in the summer.
- Οι εκκλησιαζόμενοι ελαττώνονται το καλοκαίρι.
Our profits are down.
- Τα κέρδη μας ελαττώθηκαν.
We will mark prices down.
- Θα χαμηλώσουμε τις τιμές.
Prices went down.
- Χαμήλωσαν οι τιμές.
They got their suitcases down to one each.
- Μείωσαν τις βαλίτσες τους σε μία ο καθένας.
The cost of living will go down.
- Ο τιμάριθμος θα πέσει.
Prices are down.
- Οι τιμές είναι πεσμένες.
- ≠ αντώνυμα: up
- χαμηλώνω, ελαττώνω, πέφτω, μειώνω την ένταση κάτι
Turn down the temperature.
- Χαμήλωσε τη θερμοκρασία.
You need to bring your voice down.
- Πρέπει να χαμηλώσεις τη φωνή σου.
The light is going down.
- Το φως χαμήλωνε.
The ship slowed its speed down.
- Το πλοίο ελάττωσε την ταχύτητά του.
We’ll set sail once the wind dies down a little.
- Θα σαλπάρουμε μόλις πέσει λίγο ο άνεμος.
- ≠ αντώνυμα: up
- γράφω, καταγράφω, σημειώνω κάτι σε χαρτί, σε λίστα
He took down everything I said.
- Έγραψε ό,τι του είπα.
I will put you down for ten euros.
- θα σε γράψω (ότι θα δώσεις) δέκα ευρώ.
I will jot it down before I forget.
- Θα το γράψω πριν το ξεχάσω.
They wrote down all the things in the house.
- Κατέγραψαν όλα τα πράγματα του σπιτιού.
Let me get it down before I forget.
- Να το σημειώσω πριν το ξεχάσω.
- κάθετα, σε σταυρόλεξο
- κατεβαίνω, πάω προς τα νότια ή βρίσκομαι στα νότια μιας χώρας
- προς τα κάτω, ιεραρχικά, για εξουσία
The committee is elected from the bottom up, not the the top down, by a qualified majority of prime ministers.
- Η επιτροπή εκλέγεται από κάτω προς τα πάνω και όχι από την κορυφή προς τα κάτω, από μια ειδική πλειοψηφία πρωθυπουργών.
There is a lack of communication from the top down: messages formulated in complex language at the high level do not reach local citizens.
- Υπάρχει ελλιπής επικοινωνία από την κορυφή προς τα κάτω: τα μηνύματα που διατυπώνονται σε πολύπλοκη γλώσσα στο υψηλό επίπεδο δεν προσεγγίζουν τους τοπικούς πολίτες.
- ≠ αντώνυμα: up
- μείον, που λείπει η ποσότητα που αναφέρθηκε
- η προκαταβολή
You have to pay 50 euros down and the rest later.
- Πρέπει να δώσετε 50 ευρώ προκαταβολή και το υπόλοιπο αργότερα.
- (ανεπίσημο) τελειώνω κάτι σε μια λίστα με πράγματα που κάνω
We are four books down (=we have finished four books), one more to go!
- Έχουμε τελειώσει τέσσερα βιβλία, μένει άλλο ένα!
- (ανεπίσημο) κάτω, κατεβαίνω, κατεβάζω, πηγαίνω ή βρίσκομαι σε ένα τοπικό μέρος όπως ένα κατάστημα, ένα μπαρ κτλ.
We’ll go down for shopping.
- Θα πάμε κάτω για ψώνια.
A little further down there’s a small tavern.
- Λίγο πιο κάτω είναι ένα ταβερνάκι.
Tomorrow I will go down to Piraeus.
- Αύριο θα κατεβώ στον Πειραιά.
We’re going down to the market to go shopping.
- Κατεβαίνουμε στην αγορά για ψώνια.
Are you taking me down to the market?
- Με κατεβάζεις στην αγορά;
- κάτω! εντολή σε σκύλο ή παιδί
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| down | downs |
down (en)
- (μη μετρήσιμο) το πούπουλο, πουπουλένιος
They filled pillows and mattresses with goose down.
- Με τα πούπουλα της χήνας γεμίζουν μαξιλάρια και στρώματα.
I have a down pillow.
- Έχω πουπουλένιο μαξιλάρι.
- ≈ συνώνυμα: down feather
- (μη μετρήσιμο) το χνούδι, πολύ λεπτές και μαλακές τρίχες
- (ανεπίσημο, μόνο πληθυντικός) οι δυσκολίες, τα βάσανα, οι δοκιμασίες, κακή περίοδος της λύπης όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά
His life has been full of downs.
- Η ζωή του ήταν γεμάτη δυστυχίες.
I have my downs and I also have you to give me a rough time too!
- Έχω τα βάσανά μου, έχω κι εσένα να με ταλαιπωρείς!
I’ve been through a lot of downs with my health.
- Πέρασα πολλές δοκιμασίες με την υγεία μου.
Life has many ups and downs.
- Η ζωή έχει πολλά σκαμπανεβάσματα.
Πρόθεση
[επεξεργασία]down (en)
- κάτω σε, χαμηλότερα, κατεβαίνω (σε), πέφτω σε, γλιστράω σε, τρέχω σε, κυλάω σε, από ένα υψηλότερο σημείο σε κάτι σε ένα χαμηλότερο
Oxford is further down the river.
- Η Οξφόρδη είναι πιο κάτω στο/χαμηλότερα το ποτάμι.
I’m going down Stadiou street.
- Κατεβαίνω στην οδό Σταδίου.
We went down the mountain.
- Κατέβασε το όπλο σου!
He fell down the stairs.
- Έπεσε στις σκάλες.
The children were playing sliding down the slide.
- Τα παιδιά παίζανε γλιστρώντας στην τσουλήθρα.
A tear slid down her cheek.
- Ένα δάκρυ γλίστρησε στο/έτρεξε στο μάγουλό της.
His hat was rolling down the middle of the street.
- Κύλισε το καπέλο του μέσα στο δρόμο.
Tears were streaming down their face.
- Δάκρυα κυλούσαν στα πρόσωπά τους.
- κατά μήκος, δίπλα σε, προς την κατεύθυνση που αντικρίζω
We walked down the beach.
- Περπατήσαμε κατά μήκος της παραλίας.
These are the shops that are down the main road.
- Αυτά είναι τα καταστήματα που βρίσκονται κατά μήκος του κεντρικού δρόμου.
He drove down the highway for hours.
- Οδήγησε κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου για ώρες.
The train runs down the coast.
- Το τρένο περνάει κατά μήκος της ακτής.
He lives somewhere down this street.
- Μένει κάπου σε αυτόν τον δρόμο.
There are benches down the river.
- Υπάρχουν παγκάκια δίπλα στο ποτάμι.
He walked down the canal.
- Περπάτησε δίπλα στο κανάλι.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη along
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | down |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | downs |
| αόριστος | downed |
| παθητική μετοχή | downed |
| ενεργητική μετοχή | downing |
down (en)
- κατεβάζω, αδειάζω, πίνω ή τρώω κάτι γρήγορα
She downed a glass of beer in one gulp.
- Κατέβασε μονορούφι ένα ποτήρι μπίρα.
He downs a whole lamb in one sitting.
- Κατεβάζει ολόκληρο αρνί στην καθισιά του.
He downed a bottle a wine by himself.
- Άδειασε μόνος του ένα μπουκάλι κρασί.
- ρίχνω, αναγκάζω κάποιον ή κάτι να πέσει στο έδαφος
I down an enemy plane.
- Ρίχνω ένα εχθρικό αεροπλάνο.
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- down (adjective) - Oxford Learner's Dictionaries
- down (adverb) - Oxford Learner's Dictionaries
- down (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- down (preposition) - Oxford Learner's Dictionaries
- down (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 770-771. ISBN 9780194325684., λήμμα: ρίχνω