ξαπλωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξαπλωμένος < παθητική μετοχή του ξαπλώνω

Μετοχή[επεξεργασία]

ξαπλωμένος -η, -ο

  1. που βρίσκεται με όλο του το σώμα να εφάπτεται σε μια οριζόντια επιφάνεια
  2. που έχει ξαπλώσει για να ξεκουραστεί

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]