ξαπλώνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ξαπλώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξαπλώνω < ἐξαπλώνω < ελληνιστική κοινή ἐξαπλῶ
Ρήμα
[επεξεργασία]ξαπλώνω , πρτ.: ξάπλωνα, στ.μέλλ.: θα ξαπλώσω, αόρ.: ξάπλωσα, παθ.φωνή: ξαπλώνομαι, π.αόρ.: ξαπλώθηκα, μτχ.π.π.: ξαπλωμένος
- (αμετάβατο)
- τοποθετώ τον εαυτό μου σε οριζόντια θέση
- ※ Απορροφημένος απ' το προσωπικό μου μάλε βράσε, άργησα υπερβολικά ν' αντιληφθώ τη συνεχή ροή επιβατών προς το πλωριό κατάστρωμα. Πόλος έλξης τους πέντ' έξι Σκανδιναβές που' χαν ξαπλώσει και λιάζονταν ξώβυζες. (Χ.Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2016)
- πέφτω στο κρεβάτι για να κοιμηθώ ή απλώς να ξεκουραστώ
θα πάω να ξαπλώσω για λίγο
- τοποθετώ τον εαυτό μου σε οριζόντια θέση
- (μεταβατικό)
- τοποθετώ κάποιον σε οριζόντια θέση, στο κρεβάτι
- ※ Με ξάπλωσαν πάνω σ' ένα τραπέζι με ρόδες. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ο γύψος. Συλλογή διηγημάτων Δεκαοχτώ κείμενα. Αθήνα: Κέδρος, 1970)
- ρίχνω κάποιον στο έδαφος με δυνατό χτύπημα
- τοποθετώ κάποιον σε οριζόντια θέση, στο κρεβάτι
Παράγωγα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | ξαπλώνω | ξάπλωνα | θα ξαπλώνω | να ξαπλώνω | ξαπλώνοντας | |
| β' ενικ. | ξαπλώνεις | ξάπλωνες | θα ξαπλώνεις | να ξαπλώνεις | ξάπλωνε | |
| γ' ενικ. | ξαπλώνει | ξάπλωνε | θα ξαπλώνει | να ξαπλώνει | ||
| α' πληθ. | ξαπλώνουμε | ξαπλώναμε | θα ξαπλώνουμε | να ξαπλώνουμε | ||
| β' πληθ. | ξαπλώνετε | ξαπλώνατε | θα ξαπλώνετε | να ξαπλώνετε | ξαπλώνετε | |
| γ' πληθ. | ξαπλώνουν(ε) | ξάπλωναν ξαπλώναν(ε) |
θα ξαπλώνουν(ε) | να ξαπλώνουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | ξάπλωσα | θα ξαπλώσω | να ξαπλώσω | ξαπλώσει | ||
| β' ενικ. | ξάπλωσες | θα ξαπλώσεις | να ξαπλώσεις | ξάπλωσε | ||
| γ' ενικ. | ξάπλωσε | θα ξαπλώσει | να ξαπλώσει | |||
| α' πληθ. | ξαπλώσαμε | θα ξαπλώσουμε | να ξαπλώσουμε | |||
| β' πληθ. | ξαπλώσατε | θα ξαπλώσετε | να ξαπλώσετε | ξαπλώστε | ||
| γ' πληθ. | ξάπλωσαν ξαπλώσαν(ε) |
θα ξαπλώσουν(ε) | να ξαπλώσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω ξαπλώσει | είχα ξαπλώσει | θα έχω ξαπλώσει | να έχω ξαπλώσει | ||
| β' ενικ. | έχεις ξαπλώσει | είχες ξαπλώσει | θα έχεις ξαπλώσει | να έχεις ξαπλώσει | ||
| γ' ενικ. | έχει ξαπλώσει | είχε ξαπλώσει | θα έχει ξαπλώσει | να έχει ξαπλώσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε ξαπλώσει | είχαμε ξαπλώσει | θα έχουμε ξαπλώσει | να έχουμε ξαπλώσει | ||
| β' πληθ. | έχετε ξαπλώσει | είχατε ξαπλώσει | θα έχετε ξαπλώσει | να έχετε ξαπλώσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν ξαπλώσει | είχαν ξαπλώσει | θα έχουν ξαπλώσει | να έχουν ξαπλώσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ξαπλώνω ο ίδιος
ξαπλώνω κάποιον ή κάτι άλλο
πέφτω στο κρεβάτι για να κοιμηθώ
ρίχνω κάποιον στο έδαφος με δυνατό χτύπημα
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]ξαπλώνω
- άλλη μορφή του ἐξαπλώνω
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «δηλώνω»
- Ρήματα σε -ώνω
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ρήματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)