Μετάβαση στο περιεχόμενο

ξαπλώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξαπλώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξαπλώνω < ἐξαπλώνω < ελληνιστική κοινή ἐξαπλῶ

ξαπλώνω , πρτ.: ξάπλωνα, στ.μέλλ.: θα ξαπλώσω, αόρ.: ξάπλωσα, παθ.φωνή: ξαπλώνομαι, π.αόρ.: ξαπλώθηκα, μτχ.π.π.: ξαπλωμένος

  1. (αμετάβατο)
    1. τοποθετώ τον εαυτό μου σε οριζόντια θέση
        Απορροφημένος απ' το προσωπικό μου μάλε βράσε, άργησα υπερβολικά ν' αντιληφθώ τη συνεχή ροή επιβατών προς το πλωριό κατάστρωμα. Πόλος έλξης τους πέντ' έξι Σκανδιναβές που' χαν ξαπλώσει και λιάζονταν ξώβυζες. (Χ.Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2016)
    2. πέφτω στο κρεβάτι για να κοιμηθώ ή απλώς να ξεκουραστώ
      παράδειγμα  θα πάω να ξαπλώσω για λίγο
  2. (μεταβατικό)
    1. τοποθετώ κάποιον σε οριζόντια θέση, στο κρεβάτι
        Με ξάπλωσαν πάνω σ' ένα τραπέζι με ρόδες. ( Θανάσης Βαλτινός, Ο γύψος. Συλλογή διηγημάτων Δεκαοχτώ κείμενα. Αθήνα: Κέδρος, 1970)
    2. ρίχνω κάποιον στο έδαφος με δυνατό χτύπημα

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

ξαπλώνω