ξαπλώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξαπλώνω < ἐξαπλώνω < αρχαία ελληνική ἐξαπλῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξαπλώνω , πρτ.: ξάπλωνα, στ.μέλλ.: θα ξαπλώσω, αόρ.: ξάπλωσα, παθ.φωνή: ξαπλώνομαι, μτχ.π.π.: ξαπλωμένος

  1. τοποθετώ τον εαυτό μου σε οριζόντια θέση
  2. πέφτω στο κρεβάτι για να κοιμηθώ ή απλώς να ξεκουραστώ
    θα πάω να ξαπλώσω για λίγο
  1. τοποθετώ κάποιον σε οριζόντια θέση, στο κρεβάτι
  2. ρίχνω κάποιον στο έδαφος με δυνατό χτύπημα

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]