χνούδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χνούδι τα χνούδια
      γενική του χνουδιού των χνουδιών
    αιτιατική το χνούδι τα χνούδια
     κλητική χνούδι χνούδια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χνούδι < μεσαιωνική ελληνική χνούδι(ν) < ελληνιστική κοινή *χνούδιον < αρχαία ελληνική χνόος / χνοῦς

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈxnu.ði/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χνούδι ουδέτερο

  1. μάλλινη ή βαμβακερή τριχούλα στην επιφάνεια υφάσματος
     συνώνυμα: πέλος
  2. προεξέχουσες στη επιφάνεια ένδυμάτων (κυρίως πλεκτών) ίνες, που εμφανίζονται εξαιτίας της παλαιότητας, της συχνής χρήσης ή της κακής ποιότητας του ενδύματος
  3. (ανατομία) λεπτό τρίχωμα που καλύπτει την επιφάνεια του δέρματος ανθρώπων ή άλλων θηλαστικών
  4. (ανατομία) λεπτό τρίχωμα που φύεται στο πρόσωπο εφήβων
     συνώνυμα: ίουλος
  5. λεπτό τρίχωμα που καλύπτει το σώμα νεοσσών
     συνώνυμα: πτίλωμα
  6. (βοτανική) λεπτό τρίχωμα που καλύπτει τους καρπούς και τα φύλλα κάποιων φυτών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]