χνούδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χνούδι χνούδια
γενική χνουδιού χνουδιών
αιτιατική χνούδι χνούδια
κλητική χνούδι χνούδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χνούδι < μεσαιωνική ελληνική χνούδι(ν) < ελληνιστική κοινή *χνούδιον < αρχαία ελληνική χνόος / χνοῦς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈxnu.ði/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χνούδι ουδέτερο

  1. μάλλινη ή βαμβακερή τριχούλα στην επιφάνεια υφάσματος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πέλος
  2. προεξέχουσες στη επιφάνεια ένδυμάτων (κυρίως πλεκτών) ίνες, που εμφανίζονται εξαιτίας της παλαιότητας, της συχνής χρήσης ή της κακής ποιότητας του ενδύματος
  3. (ανατομία) λεπτό τρίχωμα που καλύπτει την επιφάνεια του δέρματος ανθρώπων ή άλλων θηλαστικών
  4. (ανατομία) λεπτό τρίχωμα που φύεται στο πρόσωπο εφήβων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ίουλος
  5. λεπτό τρίχωμα που καλύπτει το σώμα νεοσσών
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πτίλωμα
  6. (βοτανική) λεπτό τρίχωμα που καλύπτει τους καρπούς και τα φύλλα κάποιων φυτών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]