Μετάβαση στο περιεχόμενο

χνουδιάζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χνουδιάζω < χνούδι + -ιάζω

χνουδιάζω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]