χνούδιασμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χνούδιασμα ουδέτερο
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χνουδιάζω
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη χνούδι
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χνούδιασμα
|
|