τελειωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τελειωμένος < Παθητική μετοχή του ρήματος τελειώνω
  1. Παθητική μετοχή του ρήματος τελειούμαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tɛ.ʎo.ˈmɛ.nɔs/
ΔΦΑ : /tɛ.li.ɔ.ˈmɛ.nɔs/
  • Με την πρώτη και δεύτερη σημασία της η λέξη προφέρεται συνήθως με συνίζηση στη συλλαβή -λειω-
  • Με την τρίτη της σημασία η λέξη προφέρεται πεντασύλλαβη (τε-λει-ω-μέ-νος)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

τελειωμένος -η, -ο

  1. αυτός που έχει τελειώσει, έχει φτάσει στο τέλος του
  2. αυτός που δεν έχει μέλλον, ο αποτυχημένος, ο ξοφλημένος
  3. (λόγιο,δεύτερη ετυμολογία,) αυτός που έχει τελειωθεί, τελειοποιηθεί

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]