μισοτελειωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μισοτελειωμένος μισοτελειωμένη μισοτελειωμένο
γενική μισοτελειωμένου μισοτελειωμένης μισοτελειωμένου
αιτιατική μισοτελειωμένο μισοτελειωμένη μισοτελειωμένο
κλητική μισοτελειωμένε μισοτελειωμένη μισοτελειωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μισοτελειωμένοι μισοτελειωμένες μισοτελειωμένα
γενική μισοτελειωμένων μισοτελειωμένων μισοτελειωμένων
αιτιατική μισοτελειωμένους μισοτελειωμένες μισοτελειωμένα
κλητική μισοτελειωμένοι μισοτελειωμένες μισοτελειωμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μισοτελειωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μισοτελειώνω / μισο- (<μισός) + τελειωμένος

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

μισοτελειωμένος, -η, -ο

  1. ημιτελής
  2. δείτε τη λέξη: μισοτελειώνω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]