μισός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: μίσος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μισός η μισή το μισό
      γενική του μισού της μισής του μισού
    αιτιατική τον μισό τη μισή το μισό
     κλητική μισέ μισή μισό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μισοί οι μισές τα μισά
      γενική των μισών των μισών των μισών
    αιτιατική τους μισούς τις μισές τα μισά
     κλητική μισοί μισές μισά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μισός < αρχαία ελληνική ἥμισυς

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /miˈsos/ αρσενικό
ΔΦΑ : /miˈsi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /miˈso/ ουδέτερο

Επίθετο[επεξεργασία]

μισός, -ή, -ό

  1. αυτός που αποτελεί το ένα από τα δύο ίσα μέρη ενός συνόλου
    μισή ώρα
    τα μαγαζιά ανοίγουν στις πέντε και μισή
    η ακτίνα του κύκλου είναι το μισό της διαμέτρου
     αντώνυμα: ολόκληρος, όλος
  2. (κατ'επέκταση) αυτός που αποτελεί σχεδόν το μισό
    σήμερα έχουν απεργία τα τρένα, θα κυκλοφορούν μόνο τα μισά
    πάει μισή ώρα που περιμένω
  3. αυτός που δεν έχει τελειωθεί
    σηκώθηκε και έφυγε αφήνοντας τη δουλειά μισή
     συνώνυμα: ασυμπλήρωτος, ατελείωτος, ατελής, λειψός
     αντώνυμα: ακέραιος, ακέριος, ατόφιος, ολάκερος, ολόκληρος, όλος
  4. (σαν επιτατικό, με μειωτική αξία)
    ένας βλάκας και μισός
    ένας ηλίθιος και μισός

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • με μισό στόμα
    δεν είχε διάθεση να έρθει, είπε « ναι » με μισό στόμα
  • μένω μισός, μένω ο μισός : αδυνατίζω, είμαι ανάπηρος
    μετά την αρρώστια του, έμεινε μισός άνθρωπος
  • μισή μερίδα : πολύ μικρός
    κοίτα το το άτιμο, μισή μερίδα άνθρωπος και μας κάνει παλαβούς!
  • μισή ντροπή δική μου (του/της...) και μισή δική σου (του/της/...)
  • μισό λεπτό!, μισό! : λίγη ώρα
    περίμενε μισό λεπτό, δε θα αργήσω
    κατεβαίνω κάτω μισό λεπτό να του δείξω το δρόμο
  • όσο να πεις μισό : πολύ γρήγορα
    περίμενέ τον, όσο να πεις μισό, θά'χει φτάσει
  • τα μισά της χιλιάδας πεντακόσια : σημαίνει αδιαφορία

Παροιμίες[επεξεργασία]

  • όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά / φύλαγε τα ρούχα σου να έχεις τα μισά : πρόσεχε!

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]