βαρύτιμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαρύτιμος < από το ελληνιστικό βαρύτιμος < βαρύς + τιμή
διαφέρει από το αρχαίο ελληνικό βαρύτιμος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βαρύτιμος

  • που έχει υψηλή τιμή, ή μεγάλη αξία (χρησιμοποιείται συνήθως για πολύτιμα αντικείμενα)
    βαρύτιμο έπαθλο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαρύτιμος < βαρύς + τιμωρία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βαρύτιμος