βαρύτατος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαρύτατος < αρχαία ελληνική , υπερθετικός βαθμός του βαρύς

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βαρύτατος

  1. πολύ βαρύς, πολύ αρνητικός, πολύ σοβαρός ως προς τη σημασία και / ή τις επιπτώσεις του
    βαρύτατες κυρώσεις, βαρύτατες συνέπειες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]