βαριά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βαριά βαριές
γενική βαριάς βαριών
αιτιατική βαριά βαριές
κλητική βαριά βαριές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαριά < θηλυκό του επιθέτου βαρύς ως ουσ.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαριά θηλυκό

  1. μεγάλο σφυρί που πρέπει να το κρατήσει κανείς και με τα δυο χέρια

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

βαριά

  • με βαρύ τρόπο
    1. κοιμάμαι βαριά: κοιμάμαι πολύ βαθιά
    2. σοβαρά (για κάτι πολύ βαρύ όσον αφορά την κατάστασή του ή τις ενδεχόμενες συνέπειες)
      πληγώνομαι βαριά (τα τραύματά μου είναι πολύ σοβαρά)
    3. παίρνω κάτι (πολύ) βαριά: με στενοχωρεί ή με προσβάλλει κάτι πάρα πολύ
      Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: το φέρω βαρέως


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]