machen

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

machen (de)

  1. κάνω
  2. φτιάχνω
    mach die Kameras fertig - ετοίμασε τις κάμερες