Μετάβαση στο περιεχόμενο

ασκώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ασκώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀσκέω, ἀσκῶ[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈsko/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ασκώ

ασκώ (μεταβατικό), πρτ.: ασκούσα, στ.μέλλ.: θα ασκήσω, αόρ.: άσκησα, παθ.φωνή: ασκούμαι, μτχ.π.π.: ασκημένος

  1. υποβάλλω σε συστηματική εργασία για την ανάπτυξη σωματικών δυνάμεων ή πνευματικών ικανοτήτων
    παράδειγμα Ασκώ το σώμα και το πνεύμα μου.
     συνώνυμα: γυμνάζω, εξασκώ
  2. προχωρώ σε μια ενέργεια που προβλέπεται από νόμους ή κανονισμούς
      Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ίδια απόφαση παρουσιάζει η απόρριψη παρέμβασης σωματείου με προσδιοριζόμενο στο καταστατικό του σκοπό την προάσπιση και τη μέριμνα για την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η παρέμβαση αυτή κρίθηκε ότι ασκείται απαραδέκτως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, με το αιτιολογικό ότι το παρεμβαίνον σωματείο δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος αντιρρησίας αποτελεί μέλος του, ούτε ότι κάποιο μέλος του βλάπτεται από την τυχόν ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης (Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003 από το τέλος του εμφυλίου στο τέλος της μεταπολίτευσης, εκδ. Καστανιώτη, 2004)
    παράδειγμα Ασκώ το εκλογικό μου δικαίωμα.
  3. ενεργώ με ορισμένο τρόπο· συχνά ως απολεξικοποιημένο ρήμα
    παράδειγμα ασκώ βία, ασκώ πίεση (πιέζω), ασκώ ένα επάγγελμα

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ασκώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. ασκώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)