ασκώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈsko/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐σκώ
Ρήμα
[επεξεργασία]ασκώ (μεταβατικό), πρτ.: ασκούσα, στ.μέλλ.: θα ασκήσω, αόρ.: άσκησα, παθ.φωνή: ασκούμαι, μτχ.π.π.: ασκημένος
- υποβάλλω σε συστηματική εργασία για την ανάπτυξη σωματικών δυνάμεων ή πνευματικών ικανοτήτων
- προχωρώ σε μια ενέργεια που προβλέπεται από νόμους ή κανονισμούς
- ※ Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ίδια απόφαση παρουσιάζει η απόρριψη παρέμβασης σωματείου με προσδιοριζόμενο στο καταστατικό του σκοπό την προάσπιση και τη μέριμνα για την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η παρέμβαση αυτή κρίθηκε ότι ασκείται απαραδέκτως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, με το αιτιολογικό ότι το παρεμβαίνον σωματείο δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος αντιρρησίας αποτελεί μέλος του, ούτε ότι κάποιο μέλος του βλάπτεται από την τυχόν ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης (Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003 από το τέλος του εμφυλίου στο τέλος της μεταπολίτευσης, εκδ. Καστανιώτη, 2004)
Ασκώ το εκλογικό μου δικαίωμα.
- ενεργώ με ορισμένο τρόπο· συχνά ως απολεξικοποιημένο ρήμα
ασκώ βία, ασκώ πίεση (πιέζω), ασκώ ένα επάγγελμα
Σύνθετα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | ασκώ | ασκούσα | θα ασκώ | να ασκώ | ασκώντας | |
| β' ενικ. | ασκείς | ασκούσες | θα ασκείς | να ασκείς | (άσκει) | |
| γ' ενικ. | ασκεί | ασκούσε | θα ασκεί | να ασκεί | ||
| α' πληθ. | ασκούμε | ασκούσαμε | θα ασκούμε | να ασκούμε | ||
| β' πληθ. | ασκείτε | ασκούσατε | θα ασκείτε | να ασκείτε | ασκείτε | |
| γ' πληθ. | ασκούν(ε) | ασκούσαν(ε) | θα ασκούν(ε) | να ασκούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | άσκησα | θα ασκήσω | να ασκήσω | ασκήσει | ||
| β' ενικ. | άσκησες | θα ασκήσεις | να ασκήσεις | άσκησε | ||
| γ' ενικ. | άσκησε | θα ασκήσει | να ασκήσει | |||
| α' πληθ. | ασκήσαμε | θα ασκήσουμε | να ασκήσουμε | |||
| β' πληθ. | ασκήσατε | θα ασκήσετε | να ασκήσετε | ασκήστε | ||
| γ' πληθ. | άσκησαν ασκήσαν(ε) |
θα ασκήσουν(ε) | να ασκήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω ασκήσει | είχα ασκήσει | θα έχω ασκήσει | να έχω ασκήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις ασκήσει | είχες ασκήσει | θα έχεις ασκήσει | να έχεις ασκήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει ασκήσει | είχε ασκήσει | θα έχει ασκήσει | να έχει ασκήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε ασκήσει | είχαμε ασκήσει | θα έχουμε ασκήσει | να έχουμε ασκήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε ασκήσει | είχατε ασκήσει | θα έχετε ασκήσει | να έχετε ασκήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν ασκήσει | είχαν ασκήσει | θα έχουν ασκήσει | να έχουν ασκήσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | ασκούμαι | ασκούμουν | θα ασκούμαι | να ασκούμαι | ||
| β' ενικ. | ασκείσαι | ασκούσουν | θα ασκείσαι | να ασκείσαι | ||
| γ' ενικ. | ασκείται | ασκούνταν | θα ασκείται | να ασκείται | ||
| α' πληθ. | ασκούμαστε | ασκούμασταν ασκούμαστε |
θα ασκούμαστε | να ασκούμαστε | ||
| β' πληθ. | ασκείστε | ασκούσασταν ασκούσαστε |
θα ασκείστε | να ασκείστε | ασκείστε | |
| γ' πληθ. | ασκούνται | ασκούνταν | θα ασκούνται | να ασκούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | ασκήθηκα | θα ασκηθώ | να ασκηθώ | ασκηθεί | ||
| β' ενικ. | ασκήθηκες | θα ασκηθείς | να ασκηθείς | ασκήσου | ||
| γ' ενικ. | ασκήθηκε | θα ασκηθεί | να ασκηθεί | |||
| α' πληθ. | ασκηθήκαμε | θα ασκηθούμε | να ασκηθούμε | |||
| β' πληθ. | ασκηθήκατε | θα ασκηθείτε | να ασκηθείτε | ασκηθείτε | ||
| γ' πληθ. | ασκήθηκαν ασκηθήκαν(ε) |
θα ασκηθούν(ε) | να ασκηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω ασκηθεί | είχα ασκηθεί | θα έχω ασκηθεί | να έχω ασκηθεί | ασκημένος | |
| β' ενικ. | έχεις ασκηθεί | είχες ασκηθεί | θα έχεις ασκηθεί | να έχεις ασκηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει ασκηθεί | είχε ασκηθεί | θα έχει ασκηθεί | να έχει ασκηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε ασκηθεί | είχαμε ασκηθεί | θα έχουμε ασκηθεί | να έχουμε ασκηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε ασκηθεί | είχατε ασκηθεί | θα έχετε ασκηθεί | να έχετε ασκηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν ασκηθεί | είχαν ασκηθεί | θα έχουν ασκηθεί | να έχουν ασκηθεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ασκώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ ασκώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρώ»
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρούμαι»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)