ασκώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ασκώ < αρχαία ελληνική ἀσκέω, ἀσκῶ

Open book 01.svg Ρήμα[]

ασκώ, παρατ.: ασκούσα, στιγμ. μέλλ.: θα ασκήσω, αόρ.: άσκησα , παθ.φωνή: ασκούμαι , μτχ.π.π.: ασκημένος

  1. υποβάλλω κάποιον σε συστηματική εργασία για να αναπτύξω τις σωματικές του δυνάμεις ή τις πνευματικές του ικανότητες
    ασκώ το σώμα και το πνεύμα μου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γυμνάζω, εξασκώ
  2. ενεργώ κατά έναν ορισμένο τρόπο
    ασκώ βία, ασκώ πίεση, ασκώ ένα επάγγελμα
  3. προχωρώ σε μια ενέργεια που προβλέπεται από νόμους ή κανονισμούς
    ασκώ το εκλογικό μου μου δικαίωμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]