γυμνάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυμνάζω < αρχαία ελληνική γυμνάζω < γυμνός

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γυμνάζω ( παθητικό: γυμνάζομαι)

  1. κάνω συστηματικά σωματικές ασκήσεις που διατηρούν το σώμα ή ένα μέρος του σε καλή φόρμα
    γυμνάζει τους κοιλιακούς μύες
  2. υποβάλλω άλλον σε σωματική άσκηση
  3. κάνω τακτικές ασκήσεις που αποσκοπούν στη βελτίωση πνευματικών ικανοτήτων ή νοητικών λειτουργιών, ή υποβάλλω άλλον σε τέτοιες ασκήσεις
    αυτές οι ασκήσεις βοηθάνε στην μνήμη και γυμνάζουν το μυαλό

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας γυμνάζω γυμνάζομαι
Παρατατικός ἐγύμναζον ἐγυμναζόμην
Μέλλοντας γυμνάσω γυμνάσομαι και γυμνασθήσομαι
Αόριστος ἐγύμνασα ἐγυμνασάμην και ἐγυμνάσθην
Παρακείμενος γεγύμνακα γεγύμνασμαι
Υπερσυντέλικος
Συντελ.Μέλλ.


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυμνάζω < γυμνός και -άζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γυμνάζω

  1. ασκώ κάποιον, τον γυμνάζω
  2. φθείρω, στενοχωρώ
  3. ασκούμαι εγώ
  4. εφαρμόζω


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]