γυμνάσιον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυμνάσιον < αρχαία ελληνική γυμνάσιον < γυμνάζω < γυμνός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *nogʷmós < *nogʷós (γυμνός)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γυμνάσιον ουδέτερο


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική γυμνάσιον γυμνασίω γυμνάσια
Γενική γυμνασίου γυμνασίοιν γυμνασίων
Δοτική γυμνασί γυμνασίοιν γυμνασίοις
Αιτιατική γυμνάσιον γυμνασίω γυμνάσια
Κλητική γυμνάσιον γυμνασίω γυμνάσια

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυμνάσιον < γυμνάζω < γυμνός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *nogʷmós < *nogʷós (γυμνός)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γυμνάσιον ουδέτερο

  1. ο χώρος άσκησης, άθλησης
  2. το σχολείο, ο χώρος εκμάθησης της γυμναστικής
  3. η παλαίστρα

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]