γυμναστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γυμναστικός γυμναστική γυμναστικό
γενική γυμναστικού γυμναστικής γυμναστικού
αιτιατική γυμναστικό γυμναστική γυμναστικό
κλητική γυμναστικέ γυμναστική γυμναστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γυμναστικοί γυμναστικές γυμναστικά
γενική γυμναστικών γυμναστικών γυμναστικών
αιτιατική γυμναστικούς γυμναστικές γυμναστικά
κλητική γυμναστικοί γυμναστικές γυμναστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γυμναστικός < αρχαία ελληνική γυμναστικός ο έμπειρος προπονητής και γυμναστής των άλλων < γυμνάζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γυμναστικός, -ή, -ό

  1. που συμβάλλει στη γύμναση
  2. που σχετίζεται με τη γύμναση


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]