πνευματικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pnev.ma.tiˈkos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πνευ‐μα‐τι‐κός
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- πνευματικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πνευματικός, αρχική σημασία: "αυτός που αναφέρεται στον αέρα, στην αναπνοή"[1]
Επίθετο
[επεξεργασία]πνευματικός, -ή, -ό
- που έχει σχέση με το πνεύμα και (κυρίως ως διανοητική εργασία ή ικανότητα), διανοητικός
πνευματική ελευθερία- ※ Ο Έλλην φιλαναγνώστης δεν έχει προτιμήσεις. Τον ενδιαφέρουν εξ ίσου όλα τα βιβλία. Πως ημπορεί λοιπόν να του αρνηθεί κανείς τον πνευματικόν άρτον; Δεν το αρνήθηκα ποτέ μου εις κανένα. Βαθμηδόν τα ερμάρια της βιβλιοθήκης μου ήρχισαν να χάσκουν ως γεροντική οδοντοστοιχία. (Παύλος Νιρβάνα, Η βιβλιοφιλία των Ελλήνων ή Πόνος ψυχής, χρονογράφημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εστία» το 1950)
- που έχει σχέση με το πνεύμα (σε αντίθεση με την ύλη και τον αισθητό κόσμο)
πνευματική υπόσταση
- αεροκίνητος
πνευματικά εργαλεία
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σε σχέση με το πνεύμα ως διανοητική εργασία ή ικανότητα
σε αντίθεση με την ύλη και τον αισθητό κόσμο
|
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- πνευματικός < μεσαιωνική ελληνική πνευματικός > ουσιαστικοποίηση του ελληνιστικού επιθέτου, πνευματικός[1]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πνευματικός αρσενικό
- ο εξομολόγος
πήγε στον πνευματικό του για εξομολόγηση και συμβουλές
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πνευματικός
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 πνευματικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)