Μετάβαση στο περιεχόμενο

διανοητικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διανοητικός η διανοητική το διανοητικό
      γενική του διανοητικού της διανοητικής του διανοητικού
    αιτιατική τον διανοητικό τη διανοητική το διανοητικό
     κλητική διανοητικέ διανοητική διανοητικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διανοητικοί οι διανοητικές τα διανοητικά
      γενική των διανοητικών των διανοητικών των διανοητικών
    αιτιατική τους διανοητικούς τις διανοητικές τα διανοητικά
     κλητική διανοητικοί διανοητικές διανοητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διανοητικός < αρχαία ελληνική διανοητικός < διανοέω < διά + νοέω < νόος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ði̯a.no.i.tiˈkos/ και /ðʝa.no.i.tiˈkos/

Επίθετο

[επεξεργασία]

διανοητικός

  1. που σχετίζεται με τη διανόηση ή αναφέρεται σ’ αυτή
      Ξέρει ότι, όταν γράφει, μιλάει με την επιθυμία, δηλαδή με ολόκληρο τον ψυχοσωματικό εαυτό του· κυρίως με τις ασύνειδες και πολυσχιδείς ενορμήσεις του προς έκφραση, οι οποίες, υπερβαίνοντας κάθε πρόθεση, αναγκάζουν τη γλώσσα του να συστοιχηθεί με αυτές και να υπερβεί τη μονοσημία της διανοητικής διατύπωσης για να απεικονίσει την πρόσληψή του της πραγματικότητας με μεγαλύτερη ακρίβεια και καθαρότητα απ' ό,τι ο μη λογοτεχνικός λόγος. (Νάσος Βαγενάς, Πίσω στον συγγραφέα, εφημερίδα Το Βήμα, 3/5/2013 )
  2. νοητικός
  3. στοχαστικός, έννους, νοερός, πνευματικός, εγκεφαλικός

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]