στοχαστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική στοχαστικός στοχαστική στοχαστικό
γενική στοχαστικού στοχαστικής στοχαστικού
αιτιατική στοχαστικό στοχαστική στοχαστικό
κλητική στοχαστικέ στοχαστική στοχαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στοχαστικοί στοχαστικές στοχαστικά
γενική στοχαστικών στοχαστικών στοχαστικών
αιτιατική στοχαστικούς στοχαστικές στοχαστικά
κλητική στοχαστικοί στοχαστικές στοχαστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στοχαστικός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

στοχαστικός

  1. (φιλοσοφία) ο συλλογιστικός, αυτός που σκέφτεται πολλά ενδεχόμενα και σε βάθος αξιολογώντας-ζυγίζοντας την δυναμική τους
    • (φιλοσοφία) ο βασισμένος κυρίως σε σκέψη και λογική ερμηνεία παρά σε δεδομένα
  2. (μαθηματικά) που αφορά εξομοίωση θορυβικής διασποράς και όχι απόλυτη περιγραφή κατάστασης / συστήματος
  3. όταν υπάρχει το στοιχείο του τυχαίου και οι καταστάσεις των μεταβλητών δεν περιγράφονται από μοναδικές τιμές, αλλά από κατανομές πιθανοτήτων

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]