στατιστική

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στατιστική στατιστικές
γενική στατιστικής στατιστικών
αιτιατική στατιστική στατιστικές
κλητική στατιστική στατιστικές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στατιστική < γερμανική Statistik < λατινική status < sto < πρωτοϊταλική *staēō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sth₂éh₁yeti < *steh₂- (ἵστημι) (από γερμανικό όρο του 1798 για ανάλυση δεδομένων για το κράτος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στατιστική θηλυκό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

στατιστική

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]