Μετάβαση στο περιεχόμενο

βούλα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Βούλα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βούλα οι βούλες
      γενική της βούλας
    αιτιατική τη βούλα τις βούλες
     κλητική βούλα βούλες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βούλα : (ορθογραφική απλοποίηση) κληρονομημένο από την ελληνιστική κοινή βούλλα < υστερολατινική bulla[1] < γαλατικά < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *beu- (εξόγκωμα, οίδημα)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈvu.la/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βούλα θηλυκό

  1. η σφραγίδα καθώς και (συνεκδοχικά) το έγγραφο στο οποίο αυτή υπάρχει
     συνώνυμα: στάμπα, σφράγισμα
  2. σημάδι σε σχήμα κύκλου διαφορετικού χρώματος
      Και μπαίνει, που λέτε, την πρώτη μέρα της καινούργιας χρονιάς στην αίθουσα καταχαρούμενος και τι να δει; Πέντε όλους κι όλους φοιτητές πάλι: δυό Αμερικανές χίπισσες, έναν νεαρό Γάλλο με πατομπούκαλα για γυαλιά, μια Ινδή με βούλα στο μέτωπο και έναν μουσουλμάνο κύριο με ρόμπα. (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκης, 2025)
     συνώνυμα: στίγμα, κηλίδα, πουά, πουάν, κουκκίδα,
  3. λακκάκι στο μάγουλο, στο σαγόνι ή το λαιμό
     συνώνυμα: γελασίνοι (λακκάκι που προκύπτει από το γέλιο), χαράκωμα
  4. (αθλητισμός) ειδικό σημείο με μια λευκή βούλα, στην οποία τοποθετείται η μπάλα πριν χτυπηθεί ένα πέναλτι κατά τη διάρκεια ενός ποδοσφαιρικού αγώνα
    Για την εκτέλεση του πέναλτι η μπάλα τοποθετείται 11 μέτρα από την γραμμή τέρματος σε ειδική λευκή βούλα που υπάρχει στη μεγάλη περιοχή. (*)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]