καρπούζι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καρπούζι καρπούζια
γενική καρπουζιού καρπουζιών
αιτιατική καρπούζι καρπούζια
κλητική καρπούζι καρπούζια
καρπούζια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καρπούζι < τουρκική karpuz < περσική خربزه (xarboze: πεπόνι)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kaɾ.ˈpu.zi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καρπούζι ουδέτερο

  1. ο καρπός της καρπουζιάς (Citrullus lanatus) με πράσινη, λεία και χοντρή φλούδα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • σκάω (κάτω) σαν καρπούζι : πέφτω κάτω απότομα και με θόρυβο
  • δεν χωρούν δύο καρπούζια σε μία μασχάλη : δεν πρέπει καινείς να υπερεκτιμά τις δυνατότητές του, αναλαμβάνοντας ευθύνες πέρα από τις δυνάμεις του, γιατί τότε αποτυγχάνει
  • μάππα το καρπούζι : για περιπτώσεις που κάτι αποδεικνύεται κατώτερο από το αναμενόμενο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]