παττίχα
Εμφάνιση
Κυπριακά (el-cyp)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παττίχα < (άμεσο δάνειο) αραβική بطیخ (battik)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]παττίχα θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Κωνσταντίνος Γ. Γιαγκουλλής, Ετυμολογικό και ερμηνευτικό λεξικό της Κυπριακής διαλέκτου, τόμος 1, 1988
Πηγές
[επεξεργασία]- παττίχα - Γιώργος Β. Γεωργίου, Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου Κυπριακή Διάλεκτος @polignosi
- σελ. 879 - Αθανάσιος Α. Σακελλάριος (1826-1901). Τα Κυπριακά, Τόμος Β΄