σφραγίδα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]


Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σφραγίδα < αρχαία ελληνική σφραγίς
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /sfɾaˈʝi.ða/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σφραγίδα θηλυκό
- αντικείμενο με έκτυπη παράσταση ή/και επιγραφή η οποία μελανώνεται και αποτυπώνεται με πίεση πάνω σε έγγραφο ή αντίστοιχο ηλεκτρονικό έντυπο
- ※ Τα ηλεκτρονικά έγγραφα που εκδίδονται από νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, είτε υπογράφονται με την εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου τους, είτε τίθεται σε αυτά η εγκεκριμένη ηλεκτρονική σφραγίδα της περίπτωσης 27 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014, όπου η τελευταία απαιτείται. (ΦΕΚ 83 Α΄ - 10.04.2020/Νόμος 4683)
- (αρχαιολογία) αντικείμενο με έκτυπη παράσταση που αφήνει το αποτύπωμά της πάνω σε κερί
- (κατ’ επέκταση) το αποτύπωμα που αφήνει το αντικείμενο αυτό, το σφράγισμα
- (μεταφορικά) η ολοφάνερη επίδραση που άσκησε κάποιος σε ένα άτομο, σύνολο, πολιτισμό κλπ