βούλλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βούλλα βούλλες
γενική βούλλας βουλλών
αιτιατική βούλλα βούλλες
κλητική βούλλα βούλλες

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βούλλα θηλυκό



Device of the Palaiologos Dynasty.svg Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βούλλα < ελληνιστική κοινή βούλλα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βούλλα θηλυκό

  1. σφραγίδα από μόλυβδο, άργυρο ή χρυσό
    1. αποτύπωμα σφραγίδας
    2. (κατ’ επέκταση) κάθε έγγραφο με σφραγίδα
  2. (μεταφορικά) στίγμα
  3. ύφασμα με το οποίο έδεναν τα μάτια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βούλλα βούλλα βοῦλλαι
Γενική βούλλης βούλλαιν βουλλῶν
Δοτική βούλλ βούλλαιν βούλλαις
Αιτιατική βούλλαν βούλλα βούλλας
Κλητική βούλλα βούλλα βοῦλλαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βούλλα < υστερολατινική bulla < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *beu (εξόγκωμα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βούλλα, -ης θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

  1. κασσίτερος
  2. βούλα, σφραγίδα

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]

  • bulla και βούλλα στο ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.