κουκκίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουκκίδα κουκκίδες
γενική κουκκίδας κουκκίδων
αιτιατική κουκκίδα κουκκίδες
κλητική κουκκίδα κουκκίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουκκίδα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουκκίδα θηλυκό

  1. μικρό, σχετικά, σημάδι σαν τελεία
  2. (τυπογραφία) το στρογγυλό σημάδι που χρησιμοποιείται στην τυπογραφία για τη δημιουργία ράστερ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]