Μετάβαση στο περιεχόμενο

point

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
point points

point (en)

  1. (μετρήσιμο) το σημείο, το επιχείρημα, η θέση, κάτι που λέει ή γράφει κάποιος για να πει τη γνώμη του ή να δηλώσει ένα γεγονός
    παράδειγμα  We disagree on this point.
    Σ' αυτό το σημείο διαφωνούμε.
    παράδειγμα  You are right on all points.
    Έχεις δίκιο σ' όλα τα σημεία.
    παράδειγμα  Let me explain this theory point by point.
    Να εξηγήσω αυτή τη θεωρία σημείο προς σημείο.
    παράδειγμα  He has a point.
    Το επιχείρημα που θέτει έχει βάση/είναι ορθό. (Έχει ένα/κάποιο δίκιο.)
    παράδειγμα  I'd like to better understand the point you're making here.
    Θα ήθελα να καταλάβω καλύτερα το επιχείρημά που θέτεις/τη θέση που υποστηρίζεις εδώ.
  2. (μετρήσιμο, συνήθως the point), η ουσία, το θέμα, η άποψη, η θέση, το επιχείρημα, η κύρια ή πιο σημαντική ιδέα που λέγεται ή γίνεται
    παράδειγμα  We're missing the point, we're getting off-topic.
    Χάνουμε την ουσία, βγαίνουμε εκτός θέματος.
    παράδειγμα  His remarks lack any point.
    Οι παρατηρήσεις του στερούνται ουσίας.
    παράδειγμα  The point is we should learn to evolve.
    Η ουσία είναι ότι πρέπει να μάθουμε να εξελισσόμαστε./Το θέμα είναι να φροντίσουμε να εξελιχθούμε.
    παράδειγμα  That’s the point.
    Αυτό είναι το θέμα.
    παράδειγμα  Most of what he said had no relationship to the point.
    Τα περισσότερα απ' ό,τι είπε δεν είχαν σχέση με το θέμα.
    παράδειγμα  Will he ever get to the point?
    Θα έλθει ποτέ στο θέμα;
    παράδειγμα  I don’t exactly understand your point.
    Δεν αντιλαμβάνομαι ακριβώς ποια είναι η άποψή σου.
    παράδειγμα  What is your point?
    Ποιο είναι το επιχείρημά σου/η θέση σου (ακριβώς); (τι θες να πεις/εννοείς ακριβώς;)
    παράδειγμα  The point that I’m trying to make is that…
    Εκείνο που προσπαθώ ν' αποδείξω είναι ότι…
  3. (μη μετρήσιμο) ο σκοπός, το νόημα
    παράδειγμα  What is the point of this action?
    Ποιος είναι ο σκοπός αυτής της ενέργειας;
    παράδειγμα  There's no point talking to them.
    Δεν έχει νόημα να πάμε να τους μιλήσουμε/να τους μιλάμε.
    παράδειγμα  I missed the point of the story.
    Δεν έπιασα το νόημα της ιστορίας.
  4. (μετρήσιμο) η λεπτομέρεια
    παράδειγμα  important/minor points - σημαντικές/ασήμαντες λεπτομέρειες
    παράδειγμα  I am omitting an important point.
    Παραλείπω μια σημαντική λεπτομέρεια.
     συνώνυμα: detail
  5. (μετρήσιμο) το σημείο, η στιγμή, το όριο, σε συγκεκριμένο χρόνο ή στάδιο ανάπτυξης
    παράδειγμα  The negotiations reached a point where no one knew how to go forward or retract back either
    Οι διαπραγματεύσεις έφτασαν σε ένα τέτοιο σημείο όπου κανείς δε γνώριζε πλέον ούτε πώς να προχωρήσει περαιτέρω ούτε πως να αναθεωρήσει [τη θέση του].
    παράδειγμα  At that point he stopped talking and stared at us.
    Εκείνη τη στιγμή σταμάτησε να μιλά και μας κοίταξε έντονα.
    παράδειγμα  As the load on the support kept increasing, it eventually reached its breaking point and gave in.
    Καθώς το φορτίο που δεχόταν το στήριγμα συνέχισε να αυξάνεται, στο τέλος έφτασε το όριο θραύσης του και αυτό [το στήριγμα] υποχώρησε.
  6. (μετρήσιμο) το σημείο, σε ένα συγκεκριμένο μέρος ή περιοχή
    παράδειγμα  at the point where the road branches - στο σημείο όπου ο δρόμος διακλαδίζεται
    παράδειγμα  Where is the nearest point where I can park?
    Πού είναι το πλησιέστερο σημείο όπου μπορώ να παρκάρω;
  7. (μετρήσιμο) το σημείο του ορίζοντα, ένα σημάδι μιας κατεύθυνσης σε μια πυξίδα
    παράδειγμα  the points of the compass/the cardinal points - τα σημεία του ορίζοντα
     συνώνυμα: cardinal point
  8. (μετρήσιμο) ο βαθμός, ο πόντος, το ποσοστό μέτρησης που κερδίζεται σε παιχνίδι ή άθλημα
    παράδειγμα  Let's try to score some points.
    Ας προσπαθήσουμε να κερδίσουμε κάποιους βαθμούς/να πάρουμε κάποιους πόντους.
  9. (μετρήσιμο) το σημείο, η μονάδα, ένα σημάδι σε μια κλίμακα μέτρησης
    παράδειγμα  The water was heated until it reached boiling point.
    Το νερό ζεστάθηκε ώσπου έφθασε στο σημείο βρασμού.
    παράδειγμα  Yesterday the stock market rose three points.
    Χτες το χρηματηστήριο ανέβηκε τρεις μονάδες.
    παράδειγμα  Interest rates are expected to rise by one percentage point.
    Οι επιτόκια αναμένονται να αυξηθούν κατά μία ποσοστιαία μονάδα.
  10. (μετρήσιμο) ο πόντος, μια μονάδα για ένα βραβείο ή όφελος
    παράδειγμα  I am redeeming my points and earning euros.
    Εξαργυρώνω τους πόντους μου και κερδίζω ευρώ.
  11. (μετρήσιμο) η άκρη, η μύτη
    παράδειγμα  the point of a needle/of a pencil - η άκρη μιας βελόνας/ενός μολυβιού
    παράδειγμα  The rock had a shape like a wedge, leading to a sharp point.
    O βράχος είχε ένα σφηνοειδές σχήμα που κατέληγε σε μία μυτερή άκρη.
    παράδειγμα  the point of a sword/shoe/knife - η μύτη ενός ξίφους/παπουτσιού/μαχαιριού
     συνώνυμα: tip
  12. (μετρήσιμο) το ακρωτήριο, το τμήμα της ξηράς που εισέρχεται βαθιά στη θάλασσα
    παράδειγμα  We continued sailing by doubling the point.
    Συνεχίσαμε την πλεύση καβατζάροντας το ακρωτήρι.
  13. (μετρήσιμο, μαθηματικά) η υποδιαστολή, το κόμμα, το σημείο που χωρίζει τους δεκαδικούς από τους ακέραιους αριθμούς (τελεία) στις αγγλοσαξονικές χώρες
    παράδειγμα  (προφορικό) five point two - πέντε κόμμα δύο (5.2 ή 5,2 αντίστοιχα)
    παράδειγμα  The decimal point was moved two digits to the right.
    Η υποδιαστολή μετακινήθηκε δύο ψηφία δεξιά.
  14. (μόνο στον πληθυντικό, βρετανική σημασία) το κλειδί του σιδηροδρόμου
    παράδειγμα  The train crossed the points.
    Το τρένο διέσχισε τα κλειδιά.
     συνώνυμα: switch (αμερικανική σημασία)
  15. (μη μετρήσιμο, τυπογραφία) η στιγμή, η μονάδα μεγέθους στοιχείων γραμματοσειρών, ίση με το 1/72 της ίντσας
    παράδειγμα  This is a five-point type.
    Αυτό είναι ένα (τυπογραφικό) στοιχείο μεγέθους πέντε στιγμών.
    παράδειγμα  a book printed with a 10 point font - ένα βιβλίο τυπωμένο με στοιχεία των 10 στιγμών
  16. (μετρήσιμο, μαθηματικά, γεωμετρία) το σημείο
    παράδειγμα  There's an infinite number of points in a line.
    Υπάρχουν άπειρα σημεία σε μία γραμμή.
    παράδειγμα  The two lines intersect at point X.
    Οι δυο γραμμές τέμνονται στο σημείο Χ.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Υπώνυμα

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]
ενεστώτας point
γ΄ ενικό ενεστώτα points
αόριστος pointed
παθητική μετοχή pointed
ενεργητική μετοχή pointing

point (en)

  1. (μεταβατικό & αμετάβατο, χωρίς παθητική φωνή) δείχνω, κινώ το χέρι, το δάχτυλο μου ή κάτι που κρατάω για να κατευθύνω το βλέμμα κάποιου σε κάτι προς το οποίο θέλω να στρέψω την προσοχή του
    παράδειγμα  It is rude to point at others.
    Είναι αγένεια να δείχνεις τους άλλους.
    παράδειγμα  He pointed to a spot on the ceiling.
    Έδειξε μια κηλίδα στο ταβάνι.
    παράδειγμα  He pointed at me with his stick.
    Με έδειξε με το μπαστούνι του.
    παράδειγμα  They were pointing towards us.
    Έδειχναν προς το μέρος μας.
  2. (μεταβατικό) γυρίζω, στρέφω, στρίβω, στοχεύω κάτι σε κάποιον ή κάτι
    παράδειγμα  He pointed his gun at me.
    Γύρισε το όπλο του εναντίον μου.
    παράδειγμα  I am pointing a telescope at the moon.
    Γυρίζω ένα τηλεσκόπιο προς το φεγγάρι.
    παράδειγμα  The firefighters pointed their hoses at the flames.
    Οι πυροσβέστες γύρισαν τις μάνικες προς τις φλόγες.
    παράδειγμα  He pointed his flashlight at me.
    Γύρισε το φακό του καταπάνω μου.
    παράδειγμα  He pointed the gun at her, and then shot.
    Έστρεψε το όπλο προς αυτήν και μετά την πυροβόλησε.
    παράδειγμα  She pointed her binoculars at the stage.
    Έστρεψε τα κιάλια της στη σκηνή.
    παράδειγμα  He pointed the car towards the exit.
    Έστριψε το αμάξι προς την έξοδο.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη aim
  3. (αμετάβατο) δείχνω, αντικρίζω ή κατευθύνομαι προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση
    παράδειγμα  The compass points north.
    Η πυξίδα δείχνει βόρεια.
    παράδειγμα  There are signs pointing to the exit.
    Υπάρχουν πινακίδες που δείχνουν την έξοδο.
  4. (μεταβατικό) παραπέμπω, δείχνω σε κάποιον ποιον δρόμο να ακολουθήσει ή με ποιον να μιλήσει
    παράδειγμα  He pointed me to you as you're the expert.
    Με παρέπεμψε προς σ' εσένα καθώς είσαι ο ειδικός.
  5. δημιουργώ ή προσθέτω αιχμή ή μύτη

Παράγωγα

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
point points

Προφορά

[επεξεργασία]
 
ομόηχο: poing

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

point (fr) αρσενικό

  1. (μαθηματικά) το σημείο
  2. (σημείο στίξης) η τελεία
    παράδειγμα  point final (η τελεία στο τέλος ενός κειμένου)
    (μεταφορικά) Point final ! : τέρμα και τελείωσε (όταν σταματάμε κάτι χρονοβόρο)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]