switch

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

switch < ίσως (άμεσο δάνειο) μέση ολλανδική swijch. Το ρήμα μαρτυρείται από το 1610, το ουσιαστικό από το 1590.[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /swɪtʃ/
 Audio (US)βοήθεια, αρχείο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
switch switches

switch (en)

  1. (ηλεκτρολογία) ο διακόπτης
    Υπώνυμα: rocker switch
  2. η, μία, κάποια μεταβολή
  3. η βέργα σωματικής τιμωρίας
  4. (τεχνικός όρος) αντάπτορας που συνδέεται σε μία είσοδο συσκευής εξόδου όμως δέχεται σήμα από πολλές διαφορετικές πηγές μία εκ των οποίων και επιλέγει
    συνδέω πολλές κονσόλες στον switch/διακόπτη αλλά επιλέγω μία από αυτές να εμφανιστεί σε μία τηλεόραση
     αντώνυμα: splitter
  5. (επιστήμη υπολογιστών) (ή command-line switch) συνώνυμο του flag
  6. (δίκτυο υπολογιστών) μεταγωγέας
    υπερώνυμο: network device
    δείτε επίσης: network switch στην αγγλική Βικιπαίδεια

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας switch
γ΄ ενικό ενεστώτα switches
αόριστος switched
παθητική μετοχή switched
ενεργητική μετοχή switching

switch (en)

  1. εναλλάσσω, ανταλλάσσω
  2. αλλάζω μια προηγούμενη επιλογή μου
  3. (τηλεπικοινωνίες) μετάγω
  4. μεταπηδώ, μεταβαίνω, με την έννοια του αλλάζω κάτι σε κάτι άλλο
    ※  [...], you may want to switch to a different database. (Flask framework) [2]
    «[...], ίσως θελήσετε να μεταπηδήσετε σε διαφορετική βάση δεδομένων.»

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • switch στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. switch - Douglas Harper, Online Etymology Dictionary (Διαδικτυακό ετυμολογικό λεξικό) etymonline.com (αγγλικά, από το 2001)
  2. (αγγλικά) Define and Access the Database. Πρόσβαση 2020-09-23.