κλειδί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κλειδί κλειδιά
γενική κλειδιού κλειδιών
αιτιατική κλειδί κλειδιά
κλητική κλειδί κλειδιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κλειδί < αρχαία ελληνική κλειδίον, υποκοριστικό του κλείς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κλειδί σπιτιού

κλειδί ουδέτερο

  1. μικρό μεταλλικό αντικείμενο που ανοίγει ή κλείνει μια κλειδαριά σε πόρτα, συρτάρι, κλπ.
  2. κρίσιμο στοιχείο, πχ. για τη λύση ενός προβλήματος ή την κατανόηση μιας κατάστασης
  3. (πληροφορική) παράμετρος ενός αλγορίθμου για την κρυπτογράφηση ή αποκρυπτογράφηση μηνυμάτων
  4. εργαλείο για να βιδώνω και ξεβιδώνω βίδες ή εξαρτήματα μηχανισμών
  5. (μουσική) σημείο που γράφεται στην αρχή του πενταγράμμου και δείχνει τη γραμμή όπου γράφεται η ομώνυμη νότα
    το κλειδί του σολ σημειώνεται στη δεύτερη γραμμή
  6. (ναυτικός όρος): προσθαφαιρετό τμήμα αλυσίδας, ιδιαίτερα της καδένας της άγκυρας
  7. ο χειροκίνητος ή ηλεκτρικός μοχλός αλλαγής κατεύθυνσης σιδηροδρομικής γραμμής

32πχ Μεταφράσεις[]