κλειδαριά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κλειδαριά κλειδαριές
γενική κλειδαριάς κλειδαριών
αιτιατική κλειδαριά κλειδαριές
κλητική κλειδαριά κλειδαριές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλειδαριά < κλειδί + -αριά

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kli.ða.ˈɾʝa/
κλειδαριά πόρτας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κλειδαριά θηλυκό

  1. Μηχανισμός που ασφαλίζει την είσοδο ενός χώρου (σπιτιού, καταστήματος, δωματίου, κτλ...) με τη βοήθεια ενός κλειδιού.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]